Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

"ΤΟ ΦΙΔΙ ΓΕΝΝΑ ΣΥΝΕΧΩΣ ΦΙΔΑΚΙΑ"




Ημερομηνία: 12/10/2012
Όσο κι αν μας ενοχλεί η άνοδος της Χρυσής Αυγής, έχουμε μια τάση να την διαχωρίζουμε από τις ψηφοφόρους της, θεωρώντας τους παραπλανημένους, απληροφόρητους, αφελείς ή απλώς χαζούς. Είναι, όμως, έτσι;
Οι ψηφοφόροι που ανέβασαν το Χίτλερ στην εξουσία, δεν ήταν όλοι τους μέλη του ναζιστικού κόμματος. Απλά, ανέθεσαν στον Αυστριακό δεκανέα να αποκαταστήσει την τάξη στο εσωτερικό της χώρας και την υπερηφάνεια της στο διεθνή τομέα. Δεν ξέρουμε αν πίστευαν τα ρατσιστικά παραληρήματα του Αδόλφου, σίγουρα όμως αρκετοί ωφελήθηκαν σημαντικά από τις ρατσιστικές πολιτικές του. Δεν έχει σημασία αν πιστεύεις στην Αρία Φυλή, εφόσον το κράτος κλείνει το μαγαζί του ανταγωνιστή σου, έστω και με το πρόσχημα ότι είναι Εβραίος. Ωφελείσαι, έτσι κι αλλιώς. Ομοίως, άμα ύστερα από χρόνια ανεργίας, βρίσκεις τελικά δουλειά στο στρατό, στην αστυνομία ή στις κομματικές πολιτοφυλακές -τα SS-, δεν σε πολυνοιάζει που μαντρώνουν τους εβραίους, τους κομμουνιστές ή τους πούστηδες, τους γύφτους και τους καθυστερημένους. Εσύ, πάντως, το ψωμάκι σου το εξασφάλισες. Και αφού έχεις μπει πια για τα καλά στο μηχανισμό, αρχίζεις να μην αντιλαμβάνεσαι καν την πλύση εγκεφάλου. Αν σε ενδιέφερε ποτέ κάτι τέτοιο. Και, τελικά, διαπράττεις τα φοβερότερα εγκληματα. Κι όταν, κάποτε, λήξει ο εφιάλτης (των θυμάτων σου), απλά επικαλείσαι ότι απλώς εκτελούσες διαταγές κι απορείς (υποτίθεται) πώς τόσος κόσμος αφέθηκε να μαγνητιστεί από τη ρητορική ενός «παρανοϊκού». Είναι, άραγε, τυχαίο που η Χρυσή Αυγή φτιάχνει «γραφεία ευρέσεως εργασίας μόνο για Έλληνες»;
Με την ίδια λογική και τον ίδιο μηχανισμό δηλητηριάζεται σήμερα και η ελληνική κοινωνία. Φυσικά και δεν έχει τόση πραγματική δύναμη η Χρυσή Αυγή, ούτε έχει τόσες χιλιάδες μέλη, ώστε να πραγματοποιεί ταυτόχρονα τόσους τραμπουκισμούς σε όλη την Ελλάδα. Η ύπαρξή της, όμως, παρέχει την ιδέα και εξασφαλίζει το άλλοθι ώστε ο κάθε καμμένος πιτσιρικάς να πλακώνει στο ξύλο όποιον μαυριδερό βρίσκει μπροστά του. Το ξέρετε πως τα εφηβάκια παίζουν τη «Χρυσή Αυγή»; Αυτό το «παιχνίδι» συνιστάται στο να μαζεύονται καμιά δεκαριά αγοράκια και να την πέφτουν στον πρώτο ανυποψίαστο μετανάστη που θα βρουν μπροστά τους. Φυσικά, αφού θα τον ξυλοκοπήσουν, θα του πάρουν και το κινητό και το πορτοφόλι. Σε πολλά σχολεία, οι παραγεμισμένοι με τεστοστερόνη έφηβοι κάνουν έλεγχο σε συμμαθητές τους. Bullying α λα Χρυσαυγίτικα, καθώς ξέρουν πια ότι έχουν κάλυψη, πολιτική και κυρίως κοινωνική. Για πλάκα είπαν ότι το έκαναν κάτι νεαροί, που φορώντας μπλουζάκια της Χρυσής Αυγής πλάκωσαν και λήστεψαν αλλοδαπούς στη Λάρισα. Την πλάκα την ανέφεραν όταν βρεθήκαν με χειροπέδες. Αν δεν τους μπουζούριαζαν, μπορεί να συνέχιζαν την πλάκα με κάνα μαχαίρι ή πιστόλι.
Το καλοκαίρι, που μας πέρασε, στη Μηλίνα Πηλίου, κάτι πιτσιρικάδες κάγκουρες με παπιά, περνούσαν συνεχώς έξω από το κάμπινγκ, όπου διεξαγόταν η ετήσια συνάντηση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, φωνάζοντας «Χρυσή Αυγή, ρε μουνιά» «Αίμα, Τιμή...» και άλλα τέτοια ενδεικτικά της κουλτούρας τους. Όταν, όμως, από τακτική αβλεψία βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τους κατασκηνωτές κι έφαγαν λίγες θεραπευτικές σφαλιάρες, αποδείχτηκε πως δεν ήταν παρά τα απόβλητα εφηβάκια του χωριού: παιδιά φτωχά, κακοί μαθητές (όσοι δεν το είχαν ακόμη παρατήσει), από προβληματικές οικογένειες κοκ. Υποσχέθηκαν να μην το ξανακάνουν. Όμως, ο Πακιστάνος εργάτης γης ή ο Μπανγκλαντέζος πλανόδιος πωλητής, που αύριο-μεθαύριο θα βρεθούν στο δρόμο αυτών ή των όμοιών τους, ελάχιστα θα ανακουφιστούν όταν μάθουν πως αυτός που τους μαχαίρωσε έχει -ρε, γαμώτο- οικογενειακά προβλήματα και δυσκολίες ένταξης στην τοπική κοινωνία. Η θεωρία των δύο άκρων, που τόσο λιβανίζεται από καθεστωτικά ΜΜΕ και καθεστωτικούς πανεπιστημιακούς, ελάχιστα λαμβάνει υπόψη της πως μόνο το δεξί άκρο μαχαιρώνει και τραμπουκίζει ανεξέλεγκτα.
Η δημόσια ατιμωρησία των αποδεδειγμένα Χρυσαυγιτών εξασφαλίζει κι εκείνη των μιμητών τους σε όλη την επικράτεια. Η ανοχή της αστυνομίας και η απροθυμία της να διερευνήσει τις χιλιάδες τέτοιων περιστατικών συμβάλλει στη διαιώνιση και διόγκωση της κτηνωδίας. Όμως, εάν οι μπράβοι της Χρυσής Αυγής απλώς φτάνουν εκεί που δεν φτάνει το γκλομπ του μπάτσου, η Ιστορία έχει δείξει πως πολύ συχνά οι συμμορίες των τραμπούκων αυτονομούνται, επεκτείνουν τις αυθαιρεσίες τους πέραν των διατατεγμένων (ή σιωπηρώς επιτρεπτών) στόχων και καταλήγουν αγκάθι -για να μην πώ παλούκι- στο ίδιο το κράτος που αρχικά επέτρεψε την ύπαρξή τους και τη δράση τους.
ΣΣτοτο Μεξικό, το 1986, το κράτος ίδρυσε την στρατιωτική μονάδα ειδικών αποστολών GAFE για την προστασία του παγκόσμιου πρωταθλήματος της FIFA. Αυτή η μονάδα εκπαιδεύτηκε από τις καλύτερες «αντιτρομοκρατικές» δυνάμεις του κόσμου, από το Ισραήλ, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, και βέβαια εξοπλίστηκε αναλόγως. Στη δεκαετία του 2000, όμως, μέσα στο γενικό πλαίσιο διαφθοράς κι αφού είχαν ήδη κατασφάξει τους ιθαγενείς αντάρτες Ζαπατίστας, πολλά μάχιμα στελέχη της GAFE έπαψαν απλώς να δωροδοκούνται από τους ναρκοβαρόνους, εγκατέλειψαν το στρατό κι έφτιαξαν δικό τους μαγαζί παροχής προστασίας, ναρκεμπόριου, απαγωγών και λοιπών επωφελών δραστηριοτήτων. Η συμμορία τους ονομάζεται Los Zetas, από τους κωδικούς κλήσης στον ασύρματο (Ζ1, Ζ2 κλπ ) που είχαν ως μέλη των ενόπλων δυνάμεων. Η μονάδα GAFE συνεχίζει να υπάρχει. Και βέβαια συνεχίζει να τροφοδοτεί τη συμμορία των Los Zetas, η οποία πλέον ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του Μεξικού. Σας λέει κάτι αυτό;
Αλλά δεν χρειάζεται να περάσουμε τον Ατλαντικό για να αλιεύσουμε παραδείγματα. Αρκεί να θυμηθούμε το παρακράτος του '45, που με την τρομοκρατία του οδήγησε πολλούς ΕΛΑΣίτες στο βουνό κι από ΄κεί στον Εμφύλιο. Και το παρακράτος των δεκαετιών '50 κι '60, που από το να εξυπηρετεί τις κατασταλτικές επιδιώξεις της πολιτείας πέρασε εύκολα στην εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων και τελικά στην ίδια τη δικτατορία του '67. Και δεν πρέπει να μας καθησυχάζει το γεγονός ότι η πρόσφατη δημοσκόπηση της Public Issue δείχνει τη δημοτικότητα της Χρυσής Αυγής να πέφτει μεταξύ του παραδοσιακού της ακροατηρίου, των ανδρών από 18-35 ετών με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Όχι μόνο η Χ.Α. παραμένει δημοφιλέστατη με 21%, ιδιαίτερα στις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές, αλλά κερδίζει πόντους και μεταξύ των γυναικών 25-45 ετών.
Οι θεούσες και οι παλαιοημερολογίτες, που μαζεύτηκαν χτες έξω από το θέατρο Χυτήριο, προφανώς και δεν είναι μέλη της ναζιστικής συμμορίας. Όμως, αυτό δεν εμπόδισε τους βουλευτές της να κλέψουν την παράσταση (την έξω, όχι την μέσα) ανταλλάσοντας φιλοφρονήσεις με τα ΜΑΤ, απελευθερώνοντας θεούσες από την κλούβα και λυντσάροντας πολίτες. Τώρα πια, οι θεούσες ξέρουν τι να ψηφίσουν. Και δεν μπορείς να τις αποκαλέσεις «αθώες».
Πρόδρομος Σεϊτανίδης

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΑΛΛΟΥ ΛΑΛΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΕΙΝΟΙ...

Πόσο "μακριά νυχτωμένοι" μπορεί να είμαστε;
Πόσο μακριά μπορεί να βρίσκεται η αλήθεια, από εκείνο που (μας έμαθαν να) θεωρούμε "φυσικό", προφανές", "αυτονόητο", "τρομακτικό", "καταστροφή", "αντεθνικό" και ό,τι άλλο φανταστείτε;
Το άρθρο που ακολουθεί, αν μη τι άλλο, δείχνει πόσο λάθος μπορεί να κάνουμε ή πόσο ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ μπορεί να μας εξαπατούν μπροστά στα μάτια μας...
Και πόσο επιτακτικό είναι, τελικά, να παραδεχθούμε, χωρίς ντροπή, την εξαπάτηση και να σκεφτούμε τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό...


Ναυάγιο του PSI+: Το μη χείρον βέλτιστον
του Γιάννη Βαρουφάκη, από το
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.authors&id=58

Όλοι αγωνιούν για το PSI+. Εύχονται να πάει καλά, να ανακουφιστεί έτσι το ελληνικό δημόσιο χρέος, να πάρουμε πάλι την «δόση» μας και τον Μάρτιο να κλείσει η νέα δανειακή σύμβαση με την τρόικα ώστε να «σωθεί» άλλη μια φορά η χώρα.

Στο προηγούμενο κείμενό μου εδώ στο protagon, εξήγησα γιατί θεωρώ το PSI+ μια απάτη που απεγνωσμένα ψάχνει νομιμοποίηση. Εμμένω σε αυτά που έγραφα εκεί (τα οποία τα τελευταία εικοσιτετράωρα φαίνεται να έχουν επιβεβαιωθεί τις τελευταίες μέρες από τον διεθνή τύπο, βλ. εδώ και εδώ). Παρά την «συμφωνία» που μάλλον θα ανακοινωθεί (με φανφάρες πανομοιότυπες με εκείνες που ακολούθησαν τις καταστροφικές Συνόδους-Συμφωνίες της 21η Ιουλίου, της 26η Οκτωβρίου και της 9η Δεκεμβρίου), θα πρόκειται περί νεκρού γράμματος: Τις εβδομάδες που θα ακολουθήσουν θα ξετυλιχθεί ένα κρυφό, παρασκηνιακό δράμα καθώς η ΕΕ και το ΔΝΤ θα διεξάγει μια νέα σειρά διαπραγματεύσεων με τις σκιώδεις τράπεζες (τα hedge funds) τα οποία θα απαιτούν ίδια μεταχείριση των ελληνικών ομολόγων τους με τα ομόλογα που κρατά η ΕΚΤ, και η οποία απαιτεί την εξαίρεσή τους από οιοδήποτε κούρεμα. Εν κατακλείδι, το PSI+ είτε συμφωνηθεί είτε όχι δεν θα φέρει τις «ανάσες» που έχει ανάγκη το δημόσιο χρέος χωρίς να εμπλέξει όλη την Ευρώπη σε μια μεγάλη περιπέτεια που δεν αξίζει τον κόπο.

Σήμερα προχωρώ το επιχείρημα ένα βήμα παραπέρα: Ακόμα και επιτυχημένο να είναι το PSI+ (που δεν θα είναι), το μέγιστο δώρο στην χώρα μας και στην Ευρώπη ολόκληρη θα ήταν να ναυαγήσουν οι διαπραγματεύσεις. Πως μπορεί να το επιδιώξει αυτό η ελληνική κυβέρνηση χωρίς να φανεί ότι είναι εκείνη υπεύθυνη για το ναυάγιο; Με δύο τρόπους: Πρώτον, να συμφωνήσει η με την άποψη του ΔΝΤ ότι το επιτόκιο στα νέα ομόλογα δεν πρέπει επ’ ουδενί να ξεπερνά το 2% (κάτι που ο κ. Dallara δεν έχει εξουσιοδότηση να αποδεχθεί) και, δεύτερον, να ζητήσει συμμετοχή στην συμφωνία των hedge funds (τα οποία δεν την αποδέχονται). Έτσι, ο κ. Dallara θα φύγει άπρακτος και η ελληνική κυβέρνηση θα είναι ελεύθερη να ανακοινώσει ότι οι αποπληρωμές του Μαρτίου αναβάλλονται μέχρι νεοτέρας. Πριν υποστηρίξω την άποψη αυτή, θα ξεκινήσω με τον κατάλογο των ενστάσεων που θα ακουστούν εναντίον της.

Μια τέτοια αναβολή της αποπληρωμής των δανειστών του ελληνικού δημοσίου μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων (θα μου πουν πολλοί, αν όχι όλοι):
1. Θα αποτελέσει πιστωτικό γεγονός με συνέπεια την άμεση πυροδότηση των CDS (των ασφαλιστήριων που έχουν αγοράσει όσοι, ουσιαστικά, στοιχημάτισαν ότι θα έχουμε πιστωτικό γεγονός)
2. Μια τέτοια αθέτηση των υποχρεώσεών μας απέναντι στους δανειστές μας (έστω και για μερικούς μήνες) θα αμαυρώσει το όνομα της Ελλάδας για δεκαετίες
3. Θα πτωχεύσουν οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς δεν θα πάρουν τα χρήματα του Μαρτίου που τους χρωστά το ελληνικό δημόσιο
4. Θα ναυαγήσει η νέα δανειακή σύμβαση (της 27ης Οκτωβρίου) και το ελληνικό δημόσιο, το οποίο εδώ και καιρό δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, δεν θα μπορεί να δανείζεται ούτε καν από την τρόικα
5. Η χώρα δεν θα μπορεί να εισάγει τα αναγκαία αγαθά (π.χ. πετρέλαιο)
6. Η χώρα θα εξαναγκαστεί εκτός ευρωζώνης και, λόγω της Συνθήκης της Λισαβόνας, και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτα θα απαντήσω στα πιο πάνω έξι σημεία, ένα προς ένα (και με την ίδια αρίθμηση) και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί ισχυρίζομαι ότι το ναυάγιο του PSI+ θα έδινε μια ευκαιρία στην ευρωζώνη να αποδράσει από την Κρίση που με μαθηματική ακρίβεια την υπονομεύει και, παράλληλα, θα ήταν το μη χείρον τόσο για την Ελλάδα.

1. Και βέβαια θα αποτελέσει πιστωτικό γεγονός μια τέτοια εξέλιξη. Τα CDS θα πυροδοτηθούν (με βασικούς χαμένους την Goldman Sachs και την American Insurance Group που τα εξέδωσαν) ωφελώντας τα hedge funds που τα έχουν προμηθευτεί αλλά ζημιώνοντας τα άλλα hedge funds τα οποία (όπως έγραψα στο προηγούμενο άρθρο μου) είχαν αγοράσει (μετά την 27η Οκτωβρίου) ελληνικά ομόλογα λήξης Μαρτίου με σκοπό να παζαρέψουν την πλήρη αποπληρωμή τους απειλώντας ότι, διαφορετικά, θα πυροδοτήσουν τα CDS. Κι όσες γαλλο-γερμανικές τράπεζες, στα κρυφά, έχτισαν νέα συνθετικά στοιχήματα-παράγωγα πάνω στα ελληνικά ομόλογα (ελπίζοντας σε κάποιο swap τύπου PSI+,) κι αυτές θα υποστούν ζημιές. Γιατί είναι κακό αυτό; Ας πρόσεχαν. Κι αν τώρα κινδυνεύουν με χρεοκοπία, ιδού ο δρόμος για το EFSF το οποίο προσφέρεται (μετά την Συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου) να τις επανακεφαλαιοποιήσει.

2. Μέχρι τον Ιούλιο, η κυβέρνηση έλεγε ότι η αναδιάρθρωση του χρέους (που κάποιοι προτείναμε από το 2010) θα σήμαινε απώλεια του καλού ονόματος της χώρας στις χρηματαγορές στις οποίες (θυμάστε) «όπου να’ ναι» θα ξαναβγαίναμε. Από την 27η Οκτωβρίου όμως και μετά, ούτε η κυβέρνηση δεν το λέει αυτό. Από την ώρα που συμφωνήθηκε ένα κούρεμα στην ονομαστική αξία των ομολόγων μας της τάξης του 50%, και μια επιμήκυνση του υπόλοιπου 50% για 20 με 30 χρόνια, η Ελλάδα πτώχευσε και επισήμως. Μόνο που, για λόγους Οργουελιανού ευφημισμού, το ονομάσαμε PSI+. Όμως οι άνθρωποι των αγορών δεν είναι ανόητοι. Στα μάτια τους η Ελλάδα πτώχευσε και αθέτησε τις υποχρεώσεις της. Το ότι η ΕΕ έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο του κ. Dallara για να τον «πείσει» να πει ότι δέχεται «εθελοντικά» αυτή την διαγραφή χρέους δεν σημαίνει ότι δεν πρόκειται για πτώχευση. (Να σας θυμίσω ότι και οι εταιρείες – π.χ. η Lehman Brothers –, όταν πτωχεύουν, πάντα αποπληρώνουν ένα μέρος των χρεών τους. Πτωχευμένες κηρύσσονται όταν κριθεί ότι είναι ανίκανες να τα αποπληρώσουν στο ακέραιο.) Άρα, το επιχείρημα ότι αν ναυαγήσει το PSI+ θα χάσουμε το καλό μας όνομα, ενώ αν πετύχει θα το κρατήσουμε, απορρίπτεται ως γελοίο.

3. Οι ελληνικές τράπεζες, αγαπητές και αγαπητοί φίλοι, είναι ήδη πτωχευμένες. Η λειτουργία τους δεν εξαρτάται από το αν θα πάρουν τον Μάρτιο το 15% των χρημάτων που τους χρωστά το ελληνικό δημόσιο (καθώς το PSI+ αυτό προβλέπει, συν νέα 30ετή ομόλογα τα οποία δεν πρόκειται να αλλάξουν σημαντικά την δραματική κατάσταση των λογιστικών τους βιβλίων). Αυτό το ποσό, που αντιστοιχεί στο 15%, δεν θα κρίνει την βιωσιμότητά τους. Όπως και σήμερα, θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν στην βάση της συνεχιζόμενης παροχής ρευστότητας από την ΕΚΤ (με το νέο LTRO να παίζει σημαντικό ρόλο). Ίσως μάλιστα το ναυάγιο του PSI+ να εξαναγκάσει τους τραπεζίτες μας να αποδεχθούν κεφάλαια από το EFSF (κάτι που θα ήταν ευχής έργο για τις τράπεζες αλλά όχι, βέβαια, για τους ίδιους). [Όσο για τις ανησυχίες ότι η ΕΚΤ θα σταματήσει την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες σε περίπτωση που το PSI+ ναυαγήσει, δεν υπάρχει περίπτωση η ΕΚΤ να κάνει κάτι τέτοιο δεδομένου ότι θα πυροδοτούσε την αλυσιδωτή κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης.] Τέλος, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία και αυτά τελούν υπό πτώχευση, με ή χωρίς το PSI+, μπορούν ενισχυθούν βραχυπρόθεσμα (για τους επόμενους μήνες) με τα απαιτούμενα χρήματα τα οποία είναι μια σταγόνα μπροστά στον ωκεανό των αποπληρωμών του Μαρτίου. [Ό,τι στο μέλλον θα έχουμε πρόβλημα με τα ασφαλιστικά ταμεία, αυτό είναι σίγουρο. Όμως αυτό θα συμβεί και να «πετύχει» το PSI+.]

4. Η νέα δανειακή σύμβαση, το Μνημόνιο Νο.2, που συμφωνήθηκε την 27η Οκτωβρίου, μαζί με το PSI+, παρουσιάζεται σήμερα ως ο νέος εθνικός στόχος – η τελευταία ευκαιρία να μπορέσει για λίγο ακόμα καιρό να χρηματοδοτείται το κράτος. Δεν είναι όμως. Ξέρετε, είναι αλήθεια ότι, έως τώρα, στο πλαίσιο του Μνημονίου Νο.1, ένα ποσοστό των νέων δανεικών (που παίρναμε σε δόσεις) της τάξης του 15% με 20% πήγαινε σε μισθούς, συντάξεις και, γενικότερα, στην χρηματοδότηση του πρωτογενούς ελλείμματος του δημοσίου (δηλαδή των ελλειμμάτων που θα είχαμε ακόμα κι αν δεν αποπληρώναμε τα παλαιά χρέη). Από εδώ και στο εξής όμως, αυτό τελείωσε. Η Γερμανία το έχει δηλώσει κατηγορηματικά: «Δεν θα πάρετε ευρώ πάνω από το ποσό που χρειάζεστε για να αποπληρώνετε τα δανεικά σας.» Άρα, τα πράγματα είναι απλά: Η νέα δανειακή σύμβαση δεν θα καλύπτει καμία από τις νέες δαπάνες του ελληνικού δημοσίου. Οι μόνοι που θα πρέπει να αγωνιούν για το αν θα προχωρήσει ή όχι είναι οι δανειστές μας, συμπεριλαμβανόμενης της τρόικας (και ιδίως της ΕΚΤ) που δεν θα πάρει τα χρήματα του Μνημονίου Νο.1 παρά μόνο αν προχωρήσει το Μνημόνιο Νο.2! Περιληπτικά, είτε προχωρήσει το Μνημόνιο Νο.2 (με ή χωρίς επιτυχημένο PSI+) είτε όχι, το ελληνικό δημόσιο, από τούδε και στο εξής, δεν θα μπορεί να δανείζεται από την τρόικα για να πληρώνει μισθούς, συντάξεις, εξοπλισμούς, σχολεία, υγεία κλπ.

5. Αυτός ο φόβος είναι κατάλοιπο της προ ευρώ εποχής και εκτός θέματος σήμερα. Όταν είχαμε την δραχμή, οι επιχειρήσεις που εισήγαγαν είδη πρώτης ανάγκης (π.χ. πετρέλαιο) έπρεπε να κάνουν χρήση των αποθεμάτων συναλλάγματος της χώρας. Σήμερα, δεν έχουν κανέναν τέτοιο περιορισμό. Αγοράζουν από το εξωτερικό σε ευρώ, χρησιμοποιώντας τον δικό τους τραπεζικό λογαριασμό, και πουλάνε στην εγχώρια αγορά στο ίδιο νόμισμα. Το κράτος δεν παρεμβαίνει (ιδίως από τότε που τα διυλιστήρια και άλλοι οργανισμοί ιδιωτικοποιήθηκαν). Είναι σφάλμα να θεωρούμε ότι η πτώχευση του ελληνικού δημοσίου σημαίνει και πτώχευση της, π.χ., Πετρόλα.

6. Όλοι θεωρούν δεδομένο ότι μια εξέλιξη σαν αυτή που πρεσβεύω (το εσκεμμένο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων του PSI+ και η μη υπογραφή της νέας δανειακής συμφωνίας με την τρόικα) θα σημάνει, αυτομάτως, έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Όχι μόνο δεν είναι δεδομένο κάτι τέτοιο αλλά, θα μου επιτρέψετε να πω, είναι αδύνατον να συμβεί. Έστω ότι το PSI+ ναυαγεί, το Μνημόνιο Νο.2 καθυστερεί και το ελληνικό δημόσιο αναβάλει την αποπληρωμή των ομολόγων του Μαρτίου. Πως θα εκδιωχθεί η χώρα από την ευρωζώνη; Πρώτον, δεν προβλέπεται μια τέτοια διαδικασία σε καμία Συνθήκη, ούτε και σε κάποιο νομικό κείμενο. Και να ψηφίσουν οι 16 υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης (κάτι το οποίο είναι απολύτως αδύνατον, καθώς τουλάχιστον η Ιρλανδία και η Πορτογαλία ξέρουν ότι μια τέτοια εξέλιξη ανοίγει το παράθυρο και για εκείνες) την εκπαραθύρωση της Ελλάδας από το ευρώ, μια τέτοια απόφαση δεν έχει κανένα νομικό αντίκρισμα. Δεύτερον, και να έβρισκαν νομικό τρόπο να το κάνουν, δεν θα το ήθελαν καθώς μια τέτοια κίνηση θα σφράγιζε την μοίρα ολόκληρης της ευρωζώνης: Τα spreads της Ιταλίας και των ομολόγων του EFSF θα πήγαιναν στα ουράνια, η Ιρλανδία θα αιμορραγούσε από μια μαζική απόδραση των αποταμιεύσεων που θα ανάγκαζε το Δουβλίνο να ορθώσει (παράνομα) τείχη στις μεταφορές κεφαλαίων κλπ κλπ. Τότε, θα με ρωτήσετε, γιατί η κα Merkel και η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, από τον Οκτώβριο και μετά, απειλούν ότι μία αποτυχία τους δίδυμου PSI+-Μνημονίου Νο.2 θα σήμαινε έξοδο της χώρας από το ευρώ; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι πρόκειται περί μιας, κενής περιεχομένου, χυδαίας απειλής στην οποία αξίζει η περιφρόνηση από όλους μας.

Σας υποσχέθηκα ότι, αφού απαντήσω στις ενστάσεις, θα εξηγήσω γιατί το εσκεμμένο ναυάγιο του PSI+ θα ήταν το μη χείρον για την Ελλάδα και, παράλληλα, μια ευκαιρία για την ευρωζώνη να αποδράσει από την Κρίση. Θα αρχίσω από την Ευρώπη και θα κλείσω με τους λόγους που, μεταξύ όλων των δεινών που μας απειλούν, το ναυάγιο του PSI+ είναι η πιο ανώδυνη εξέλιξη για την πατρίδα μας.

Τα οφέλη της Ευρώπης από ένα ναυάγιο του PSI+

1. Η πυροδότηση των CDS, και οι απώλειες των γαλλογερμανικών τραπεζών από μια ελληνική στάση πληρωμών, θα αναγκάσει την ευρωπαϊκή ηγεσία να αντιμετωπίσει (επί τέλους) την τραπεζική κρίση που μαίνεται στα σιωπηλά στην Βόρεια Ευρώπη. Πιο συγκεκριμένα, δίνει στους ηγέτες του Βορρά (Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία) την ευκαιρία και την δικαιολογία (απέναντι στους τραπεζίτες που τόσο φοβούνται οι πολιτικοί) να βάλουν το νυστέρι στο κόκκαλο – να απαιτήσουν ουσιαστική επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, δηλαδή νέα κεφάλαια και όχι αύξηση του ποσοστού κεφαλαιοποίησης των τραπεζών με μείωση των δανείων που παρέχουν, κάτι που ενισχύει τους ανέμους της ύφεσης που πλήττει ολοένα και περισσότερο την Ευρώπη.

2. Θα υποχρεώσει την ΕΚΤ να αποδεχθεί ότι δεν είναι δυνατόν τα ελληνικά ομόλογα που διαθέτει εκείνη να είναι στο απυρόβλητο ενώ εκείνα που διαθέτει το ΙΚΑ μπορούν να κουρευτούν. Θα την υποχρεώσει να σταματήσει να προσποιείται ότι οι παρεμβάσεις της έχουν καθαρά νομισματικό χαρακτήρα και πως δεν είναι δική της δουλειά να βοηθά στην ορθολογική, κεντρική διαχείριση του δημόσιου χρέους της ευρωζώνης. Εν τέλει, θα είναι ένα σημαντικό βήμα στην απαραίτητη μεταμόρφωση της ΕΚΤ σε μια πραγματική Κεντρική Τράπεζα (όπως η Fed, Bank of England κλπ).

3. Το ναυάγιο της Μνημονιακής πολιτικής στην Ελλάδα, όπου και ξεκίνησε, αποτελεί προαπαιτούμενο για τον επανασχεδιασμό της ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης της Κρίσης της Ευρωζώνης. Όσο η «ελληνική πληγή» καλύπτεται με τσιρότα, τόσο οι ευρωπαίοι ηγέτες μας θα κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους με αποτέλεσμα να καταρρέει το σύμπαν γύρω τους, στις δικές τους κραταιές χώρες, την ώρα που εκείνοι σφυρίζουν αδιάφορα. Το ναυάγιο του PSI+, από αυτή την άποψη, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη σήμερα. Αμέσως μετά η Ευρώπη θα εξαναγκαστεί να αποφασίσει είτε να διαλύσει την ευρωζώνη είτε να την επανασχεδιάσει σε νέα, ορθολογική βάση.

Τα οφέλη της Ελλάδας από ένα ναυάγιο του PSI+

1. Στην τελευταία πρόταση έγραφα πως το ναυάγιο του PSI+ θα υποχρεώσει την Ευρώπη «να αποφασίσει είτε να διαλύσει την ευρωζώνη είτε να την επανασχεδιάσει σε νέα, ορθολογική βάση». Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, η Ελλάδα θα έχει μια ευκαιρία να ξεφύγει από την σημερινή σκοτοδίνη. Όπως έχει γίνει πλέον (ελπίζω) σαφές σε όλους μας, η Κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να ξεπεραστεί με νέα δάνεια υπό τον όρο της περεταίρω συρρίκνωσης του ΑΕΠ (την αυστηρή λιτότητα δηλαδή) και ενόσω η Ευρώπη τελεί υπό άρνηση, δημιουργώντας έτσι υφεσιακές συνθήκες σε ολόκληρη την ήπειρο. Στο βαθμό που το PSI+ δεν είναι παρά ένα φύλο συκής για την συνέχιση της πολιτικής αυτής, το ναυάγιό του είναι καθήκον της χώρας μας προς τον εαυτό της. Στο πλαίσιο του επανασχεδιασμού της ευρωζώνης που θα ακολουθήσει, θα μας δοθεί (για πρώτη φορά από τότε που ξέσπασε η Κρίση) η ευκαιρία να εκπονήσουμε ένα ρεαλιστικό Σχέδιο Απόδρασης.

2. Το ελληνικό δημόσιο, ό,τι και να γίνει με το PSI+, θα πρέπει από τώρα να αυτοχρηματοδοτείται. (Έχω αναφερθεί εδώ σε δύο τρόπους που μπορεί να επιτευχθεί η αυτοχρηματοδότηση για μια περίοδο έκτακτης ανάγκης.) Αν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση πάρει την απόφαση ότι από εδώ και εμπρός (και μέχρι η ευρωζώνη είτε να διαλυθεί είτε να επανασχεδιαστεί) το δημόσιο θα ζει από τα έσοδά του, απορρίπτοντας επί τέλους τις ψευδαισθήσεις ότι ο συνδυασμός PSI+ και Μνημονίου Νο.2 θα μας επιτρέψουν να έχουμε πρωτογενή ελλείμματα και στο μέλλον, θα έχουμε κάνει ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός.

3. Δύο χρόνια τώρα, η οικονομία της χώρας μας έχει στεγνώσει από επενδύσεις. Βασικός παράγοντας είναι το «έργο» που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Περιμένοντας την Πτώχευση». Σε μια χώρα όπου όλοι ρωτούν (αν και ξέρουν την απάντηση) «Τι θα γίνει; Θα την αποφύγουμε την πτώχευση;», κανείς δεν επενδύει. Σε μια χώρα όπου το ερώτημα «Τελικά θα πτωχεύσουμε;» ισοδυναμεί με το ερώτημα «Θα μας δώσουν την επόμενη δόση;», η στάση επενδύσεων είναι φυσιολογική. Για αυτό πρέπει να πυροδοτηθούν τα CDS, για αυτό τον λόγο πρέπει να ειπωθούν τα λόγια «στάση πληρωμών», «default» κλπ ώστε να μπει ένα τέλος σε αυτή την αγωνία που εγγυάται ότι, όσο διαιωνίζεται, κανένας, έλληνας ή ξένος, δεν πρόκειται ποτέ να επενδύσει. Σκεφτείτε το: Με μηδενικό κόστος για το ελληνικό δημόσιο (καθώς έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα του χρηματοδοτεί τα πρωτογενή του ελλείμματα πλέον, ούτε καν η τρόικα), θα έχουμε σταματήσει αυτό το σήριαλ με την χρεοκοπία. Θα έχει εξαγγελθεί στα πρωτοσέλιδα και θα γυρίσουμε σελίδα. Εντός του ευρώ. Και με μια Ευρώπη που θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο σχεδιαστήριο με στόχο την αναδόμηση της ευρωζώνης.

Συμπερασματικά, το μήνυμά μου είναι τόσο απλό όσο και αντίθετο με όλα όσα μας βομβαρδίζουν: Το πατριωτικό και ευρωπαϊκό μας καθήκον είναι να οδηγήσουμε το PSI+ σε ναυάγιο ώστε να προβούμε σε μια αναβολή της αποπληρωμής των δανείων μας τον Μάρτιο (η οποία θα καταγραφεί ως χρεοκοπία και θα πυροδοτήσει τα CDS). Αντί για την «καταστροφή», που μας λένε ότι θα φέρει, ένα ναυάγιο των διαπραγματεύσεων του PSI+ θα δώσει στην Ελλάδα μια ύστατη (έστω και μικρή) ευκαιρία απόδρασης από την Κρίση και στην Ευρώπη ένα κίνητρο να επιστρέψει στον δρόμο του ορθολογισμού. Το ότι, δυστυχώς, οι ηγέτες μας μάλλον θα θριαμβολογήσουν άλλη μια φορά για μια δήθεν σημαντική «συμφωνία» θα πρέπει να μας προβληματίσει. Και να μας κάνει να αναρωτηθούμε: Γιατί τους ανεχόμαστε ακόμα;

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ...


Παναγιώτης Κουνάδης
Τα ρεμπέτικα: Ένα ταξίδι στο λαϊκό αστικό τραγούδι των Ελλήνων
Ξεκινώντας αυτό το ταξίδι στην ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού θα ήταν καλό ίσως να γνωρίζουμε ότι αυτό που σήμερα είναι κοινώς αποδεκτό και θεωρείται, παγκοσμίως πια, σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης των τραγουδιών των πόλεων δεν ήταν πάντα έτσι. Κάθε εποχή, ανάλογα με τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές συνθήκες και φυσικά ανάλογα με τον βαθμό γνώσης και πληροφοριών που διέθετε, το αντιμετώπισε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν άλλωστε σε όλες τις μορφές της τέχνης. Καινούργια και πρωτοπόρο ρεύματα ή καλλιτέχνες αμφισβητήθηκαν στην εποχή τους και αντιμετωπίστηκαν με φόβο ή και με αποτροπιασμό ακόμη, είτε για κοινωνικούς είτε για πολιτικούς λόγους – από τα μπλουζ και την τζαζ ως τα τάνγκο, τα φάντος και τα τραγούδια της Κάτω Ιταλίας.
Το ρεμπέτικο τραγούδι λοιπόν, που έχει περάσει στη συνείδηση και στην καθημερινότητα του νεοέλληνα ανεξαρτήτως τάξης ή μόρφωσης, δεν ήταν πάντα δεδομένο ως αυτονόητη παράδοσή μας. Υπήρξε ένας μεγάλος πόλεμος από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας και εξάπλωσής του, που κράτησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, περίπου έναν αιώνα.
 
Σήμερα πια βρισκόμαστε στο τέλος αυτού του «εκατονταετούς πολέμου» ο οποίος κηρύχθηκε εναντίον εκείνου που, ύστερα από πολλές περιπέτειες και μεγάλη διαδρομή ανά τον πλανήτη, ονομάστηκε εν τέλει ρεμπέτικο τραγούδι. Και παρά την τεράστια αποδοχή του και τον πλούτο των πληροφοριών που έχουν συγκεντρωθεί γύρω απ’ αυτό, το ερώτημα εξακολουθεί να μας απασχολεί: Τι είναι, τελικά, το ρεμπέτικο τραγούδι;
Για να προσεγγίσουμε μια ικανοποιητική απάντηση είναι αναγκαία η αναδρομή στους σταθμούς αυτού του μεγάλου και περιπετειώδους ταξιδιού. Σ’ αυτά που προηγήθηκαν, στις απόψεις που διατυπώθηκαν και στους «ορισμούς» που κατατέθηκαν για το πολύπλευρο αυτό φαινόμενο.

Ο «εκατονταετής πόλεμος»
 
Οι «αψιμαχίες», ιστορικά, ξεκίνησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Αθήνα. Αρχικά, πολέμιοι ήταν οι ευρωπαιοτραφείς λόγιοι και μουσικοί, που πίστευαν – πολλοί από αυτούς καλοπροαίρετα, κρίνοντας πάντα σε σχέση με την εποχή – ότι εκεί, στη Δύση, στην Ευρώπη, είναι το μέλλον της πατρίδας. Σ’ αυτούς προστέθηκαν αργότερα και οι πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογιών στη χώρα μας. Ευτυχώς υπήρξαν και κάποιες εξαιρέσεις που βοήθησαν αργότερα στην ανατροπή.
Υπερασπιστές από την άλλη πλευρά ήταν οι ίδιοι οι δημιουργοί και ερμηνευτές και κοντά σ’ αυτούς μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, όλων των κοινωνικών τάξεων τού ανά τον κόσμο Ελληνισμού. Δύο ήταν τα κεντρικά επιχειρήματα εναντίον του ρεμπέτικου:
Αφενός ότι ήταν κατάλοιπο της μακροχρόνιας τουρκικής σκλαβιάς, επομένως αντεθνικό και απεχθές. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα ως το 1922, χρονιά της Μικρασιατικής Καταστροφής και του περιορισμού των Ελλήνων στον μικρό σημερινό γεωγραφικό τους χώρο. Αφετέρου, μετά το 1922 και την κατακόρυφη αύξηση των τραγουδιών που σχετίζονται με τα νέα κοινωνικά προβλήματα τα οποία δημιούργησαν η προσφυγιά, η φτώχεια και η κοινωνική αδικία (ψυχοτρόπες ουσίες, φυλακές, αναζήτηση καλύτερης τύχης και επιβίωσης με κάθε μέσο), προστέθηκαν τα επιχειρήματα «περί υποκόσμου». Επιχειρήματα ανυπόστατα, αφού αγνοούσαν παντελώς το ένδοξο μουσικό παρελθόν όλων σχεδόν των εξ Ανατολής δημιουργών και ερμηνευτών, αυτών δηλαδή που θα αποδεικνύονταν τα επόμενα χρόνια οι κυριότεροι εκπρόσωποι του είδους.
Δυστυχώς οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν στηρίχτηκαν στα πραγματικά γεγονότα τα οποία διαμόρφωσαν, ανά περιόδους, το μουσικοποιητικό και χορευτικό «συμβάν» ή «φαινόμενο» που λέγεται ρεμπέτικο, αλλά σε ιδεοληψίες και υποθέσεις ατεκμηρίωτες, με πλήρη έλλειψη επιστημονικών επιχειρημάτων.
Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι όλοι όσοι μάχονταν εναντίον του είχαν, στην πλειονότητα τους, πρόσβαση στα μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν κάποια στιγμή η επίσημη εξουσία επέβαλε και νομοθετικά απαγορεύσεις και περιορισμούς συνεπικουρούμενη – αυτό μπορεί να θεωρηθεί ίσως το μοναδικό σημείο σύγκλισης! – και από τους ιδεολογικούς της αντιπάλους. Σ’ αυτή την ενορχηστρωμένη επίθεση έρχονται να προστεθούν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι επίσημοι συνδικαλιστικοί φορείς των μουσικών.
Το ρεμπέτικο, σε κάθε φάση αυτού του αγώνα, απαντούσε με το μόνο όπλο που διέθετε: τη δημιουργία. Αυτή ήταν που έδινε τα επιχειρήματα για την υπεράσπιση του και συνέβαλλε στην αποδοχή του από ολοένα μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού..
 
Το ξημέρωμα του νέου αιώνα
Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί μουσικοί με σπουδές στα ωδεία της Ελλάδας και της Ευρώπης παρατηρούσαν με μελαγχολία τη μεγάλη επιτυχία και τη λαϊκή αποδοχή που γνώριζαν τα τραγούδια των εξ Ανατολής κομπανιών, οι οποίες περιόδευαν συστηματικά από τη δεκαετία του ι86ο στα ψυχαγωγικά στέκια της Αθήνας, του Πειραιά και άλλων αστικών κέντρων. Ήταν το ξεκίνημα των καφέ σαντούρ, των καφέ αμάν ή των ωδικών καφενείων. Εκεί, εξαίρετοι συνήθως, μουσικοί και τραγουδιστές της Σμύρνης και της Πόλης μετέφεραν μαζί με τα παραδοσιακά τραγούδια τους και τις νέες δημιουργίες της πρώτης επώνυμης γενιάς συνθετών του ρεμπέτικου.
Η επιτυχία αυτή φάνηκε να υποχωρεί στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο της αθηναϊκής επιθεώρησης που άρχισε το 1907, με τις ετήσιες επιθεωρήσεις όπως Τα Παναθήναια, Το Πανόραμα, Κινηματογράφος, Ο Παπαγάλος. Στις επιθεωρήσεις αυτές, γνωστοί μουσικοί ευρωπαϊκής παιδείας ή προσανατολισμού συνέθεταν νέες μουσικές ή διασκεύαζαν διεθνείς επιτυχίες, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της παράστασης. Η μεγάλη αποδοχή αυτών των επιθεωρήσεων, μέσω των οποίων κυρίως διαδίδονταν τα τραγούδια εκείνα τα χρόνια – δηλαδή πριν από την έναρξη της δισκογραφίας – «φούσκωσαν» τα μυαλά πολλών απ’ αυτούς και έτσι άρχισαν έναν πόλεμο κατά των τραγουδιών του «απεχθούς αμανέ» με μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα Αθήναι το καλοκαίρι του 1911.
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί και οι εκτιμήσεις όσων ενεπλάκησαν σ’ αυτή την ιστορία ήταν εκτός τόπου και χρόνου, και αυτό διότι δεν παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στον χώρο της μουσικής, του θεάτρου, αλλά και της λογοτεχνίας, στον ευρύτερο χώρο εν γένει των γραμμάτων και των τεχνών.
Θα ήταν ίσως σκόπιμο να επισημανθούν μερικά από τα βασικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή λειτούργησαν παράλληλα.
Ήδη από την εποχή του κωμειδυλλίου –που προηγήθηκε της επιθεώρησης– εξαίρετοι εκπρόσωποί του στράφηκαν σε θεματολογίες γύρω από τη ζωή και τα προβλήματα των λαϊκών τάξεων γράφοντας αντίστοιχα τραγούδια. Αρκετοί σημαντικοί λογοτέχνες συμπεριέλαβαν, ομοίως, στα διηγήματά τους παρόμοια θέματα. Ο ίδιος ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «ορκισμένος εχθρός» των εξ Ανατολής μελωδιών, συμπεριέλαβε στις αρχές του 200ύ αιώνα στη μουσική του για τις «Εκκλησιάζουσες» της Νέας Σκηνής του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ένα «αμανετζίδικο» τραγούδι και έναν ζεϊμπέκικο χορό.
Στο Θέατρο Σκιών, που ήταν το δημοφιλέστερο λαϊκό θέαμα την εποχή εκείνη, ο διάσημος καραγκιοζοπαίκτης Γιάννης Μώρος εισάγει, το 1905 στον Πειραιά, τη φιγούρα του Σταύρακα, αποτυπώνοντας έτσι, γελοιογραφικά, τους κουτσαβάκηδες, τους μάγκες ή τους μόρτες. Τα δε επόμενα χρόνια, δύο ακόμη «τύποι» από τον χώρο του ρεμπέτικου, ο Νώντας και ο Κωτσαρίκος, συμπληρώνουν τις «μάγκικες» φιγούρες του Θεάτρου Σκιών.
Η σημαντικότερη όμως ανατροπή συντελείται στην «απέναντι όχθη»: στην Πόλη και στη Σμύρνη αρχίζουν, μετά το 1905, οι πρώτες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών όλων των κατηγοριών, με προτεραιότητα στα λαϊκά τραγούδια των περιοχών αυτών, τα οποία οι Μικρασιάτες Έλληνες θεωρούσαν ως τα «πρώιμα» ρεμπέτικα. Και αφού ηχογραφούνται, καταλαμβάνουν και τον «ζωτικό χώρο» διάδοσης, κυριαρχούν δηλαδή στα μηχανήματα αναπαραγωγής του ήχου – γραμμόφωνα, μουσικά κουτιά, λατέρνες κ.ά. – και έτσι μεταφέρουν ευκολότερα τις μουσικές αυτές στην κυρίως Ελλάδα.
Η ανατροπή συνεχίζεται το 1914, όταν ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη ξεκινάει στο Θέατρο του Λαού στο Μεταξουργείο την ετήσια επιθεώρηση «Σκούπα». Εκεί εισάγει, για πρώτη φορά στη σκηνή, τον τύπο του μάγκα, εισπράττοντας μεγάλη αποδοχή και επιτυχία, συναγωνιζόμενος έτσι τις μεγάλες φίρμες της εποχής. Το όνομα αυτού Ζάχος Θάνος, ψευδώνυμο του ηθοποιού Ζαχαρία Νοταράκη.
Σε κατάσταση «πανικού» μπροστά στη νέα προοπτική της επικράτησης και αποδοχής των «σκοτεινών» αυτών τύπων, του ρεμπέτη ή του μάγκα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το 1917 στην εφημερίδα Εμπρός την περίφημη διακήρυξή του κατά του αμανέ, προτείνοντας, μεταξύ άλλων διώξεων, ακόμη και τη φορολόγηση του κύριου μουσικού οργάνου, που ήταν τότε το σαντούρι.
Η οριστική ανατροπή του σκηνικού επισφραγίζεται το 1921 με το ανέβασμα της οπερέτας των Νίκου Χατζηαποστόλου και Ιωάννη Πρινέα «Οι Απάχηδες των Αθηνών». Εκεί η επιτυχία του παλαίμαχου Ζάχου Θάνου και του νεότερου Πέτρου Κυριακού στους αυτοσατιριζόμενους ρόλους του Καρούμπα και του Καρκαλέτσου, τύπους του ρεμπέτικου, παρέτεινε για δύο χρόνια τις παραστάσεις, πράγμα αδιανόητο για την εποχή αν σκεφτεί κανείς με τι ρυθμούς «κατέβαιναν» και «ανέβαιναν» τα έργα μέσα στη θεατρική σεζόν.
Το 1922
Η Μικρασιατική Καταστροφή φέρνει στην Ελλάδα μετά το 1922 και τους μεγάλους μουσικούς και τραγουδιστές της καθ’ ημάς Ανατολής. Αμέσως σχεδόν δημιουργούνται χώροι ψυχαγωγίας στους οποίους έχουν τον πρώτο ρόλο, σε συνεργασία βέβαια και με ντόπιους μουσικούς. Από το 1924 πραγματοποιείται η εγκατάσταση και στην Ελλάδα αντιπροσωπειών και παραρτημάτων των ευρωπαϊκών εταιρειών δίσκων. Έτσι αλλάζει οριστικά το παιχνίδι, υπέρ του ρεμπέτικου, αφού επικεφαλής αυτών των εταιρειών τίθενται οι μεγάλοι συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης, οι οποίοι αποφασίζουν και επιλέγουν ρεπερτόριο, τραγουδιστές, μουσικούς και ορχήστρες.
Ως αποτέλεσμα έχουμε την ηχογράφηση και κυκλοφορία σε δίσκους όλων σχεδόν των πρώιμων ρεμπέτικων της Σμύρνης και της Πόλης, μερικών μάλιστα σε πολλαπλές εκτελέσεις.
Οι δυσμενείς κοινωνικές καταστάσεις που δημιούργησε η μεγάλη καταστροφή εμπλουτίζουν τα ρεμπέτικα με νέα θεματολογία που αντλεί το υλικό και την έμπνευση της από τα προβλήματα του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα της προσφυγιάς. Τα καινούργια τραγούδια αντανακλούν την κατάσταση αυτή. Ταυτόχρονα, παλιοί και νέοι λογοτέχνες την αποτυπώνουν στα έργα τους.
Στην επιθεώρηση, που περνά μια νέα περίοδο αναγέννησης από τα μέσα της δεκαετίας του ‘20, οι τύποι του μάγκα ή του ρεμπέτη, με κεντρικό εκπρόσωπο τον σπουδαίο Πέτρο Κυριακό, έχουν γίνει πλέον αντικείμενο ευρύτατης λαϊκής αποδοχής.
Το 1931, όμως, ξεκινά νέα επίθεση, με επικεφαλής μιαν εξαίρετη μουσικοκριτικό, τη Σοφία Σπανούδη, η οποία επί είκοσι χρόνια θα μάχεται εναντίον του ρεμπέτικου με ιδιαίτερο πείσμα, δίνοντας έτσι την επιχειρηματολογία σε όσους –για διαφορετικούς λόγους– θα το πολεμήσουν ή και θα το κυνηγήσουν αργότερα.
Τον ίδιο χρόνο αρχίζει και η λειτουργία του εργοστασίου της
Columbia στον Περισσό, όπου δημιουργήθηκε η πρώτη πλήρης μονάδα παραγωγής δίσκων. Έτσι, ηχογραφήθηκαν ως το 1937, τέλος της περιόδου της ελεύθερης δημιουργίας, χιλιάδες τραγούδια, όλου του ρεπερτορίου, ανάμεσα σ’ αυτά, φυσικά, και τα ωραιότερα επώνυμα ρεμπέτικα. Η σπουδαία πεντάδα των μαέστρων-διευθυντών των εταιρειών, σχεδόν όλοι τους Μικρασιάτες (Παναγιώτης Τούντας, Δημήτρης Σέμσης, Κώστας Σκαρβέλης, Ιωάννης Ογδοντάκης ή Δραγάτσης, Σπύρος Περιστέρης), σε συνεργασία με τον νεαρό τότε στιχουργό και κατοπινό διευθυντή της Odeon και Parlophone Μίνωα Μάτσα, με τις θαρραλέες επιλογές τους άνοιξαν τον δρόμο και στους νεότερους δημιουργούς, των «ταπεινών και καταφρονεμένων», του Πειραιά και της Δραπετσώνας.
Στα τέλη του 1934, με αφορμή την είδηση για την απαγόρευση του αμανέ στην Τουρκία από τον Κεμάλ Ατατούρκ, είχε ξεκινήσει ένας διάλογος στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, η οποία το 1945 μετονομάστηκε Τα Νέα. Διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις, αλλά η διαμάχη αυτή έδωσε το έναυσμα ώστε ένα χρόνο μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας να εφαρμοστεί η πρώτη προληπτική λογοκρισία με τον νέο νόμο «περί Τύπου».
Έτσι, στίχοι αλλά και μουσική μπαίνουν υπό τον έλεγχο των επιτροπών λογοκρισίας. Κάθε μελωδία που θυμίζει το ανατολίτικο παρελθόν του λαού μας και κάθε «αντικοινωνικό» ή «περιθωριακό», κατά την κρίση τους, θέμα – όπως η φτώχεια, η μετανάστευση, οι φυλακές, οι ψυχοτρόπες ουσίες, ακόμη και η «δυστυχής» χιουμο¬ριστική «Βαρβάρα», λογοκρίνεται, απορρίπτεται και καταστρέφεται δημόσια, ενώ οι ίδιοι οι δημιουργοί, όπως ο Π. Τούντας, σέρνονται στα δικαστήρια.
Το ρεμπέτικο «υπέστειλε τη σημαία» μπροστά σ’ αυτή την «αιματηρή μάχη». Αρκετοί από τους δημιουργούς δεν ηχογράφησαν ξανά. Οι πράξεις αυτές της δικτατορίας του Μεταξά είχαν –δυστυχώς και παραδόξως– σύμμαχο και τους εκπροσώπους της ηγεσίας της αντιπαρατιθέμενης ιδεολογίας, που ήταν τότε το ΚΚΕ, το οποίο χαρακτήρισε και αυτό τα ρεμπέτικα ως «τραγούδια του υποκόσμου».
Το πλήγμα ήταν καίριο αφού, πέρα από τη λογοκρισία των στίχων, οι συνέπειες των επεμβάσεων στον τομέα της μελωδίας ήταν ανεπανόρθωτες και δεν αποκαταστάθηκαν. Οι κατοπινοί τραγουδιστές, χάνοντας τη γέφυρα με το μουσικό παρελθόν, δεν μπόρεσαν να επαναφέρουν τους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς που ήταν η βάση των αμανέδων.
Παρά την ήττα αυτή, το ρεμπέτικο «αντεπιτέθηκε» με τη νέα γενιά δημιουργών, οι οποίοι κοντά στους παλιούς έδωσαν τη μάχη τους με τραγούδια κοινής αποδοχής, έστω και μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό κλίμα της ελεγχόμενης δημιουργίας. Επικεφαλής της νέας ομάδας, με τη συμπαράσταση όλων των παλιών, ο νεαρός Τρικαλινός υποψήφιος φοιτητής της Νομικής Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος με τις ευλογίες των διευθυντών των δισκογραφικών εταιρειών δημιούργησε ένα ακατάρριπτο ρεκόρ ηχογραφώντας από το 1937 ως και το 1941, που έκλεισε το εργοστάσιο λόγω της Κατοχής, γύρω στα εκατό τρίλεπτα μουσικά αριστουργήματα. Ήταν τα διπλάσια από τον, ως τότε, πρώτο σε αριθμό ηχογραφήσεων, που δεν ήταν άλλος από τον σμυρνιό συνθέτη Παναγιώτη Τούντα, διευθυντή εκείνα τα χρόνια της
Columbia.
Η Κατοχή
Τα χρονιά της Κατοχής είχαν σοβαρές συνέπειες στην πορεία του ρεμπέτικου, αφού έφυγαν από τη ζωή ή αποσύρθηκαν οι περισσότεροι δημιουργοί και ερμηνευτές από την Ανατολή. Έτσι το ρεμπέτικο έμεινε εξ αντικειμένου να «του λείπει το ‘να του ποδάρι».
Μια παρέα όμως νέων μουσικών που σπούδαζαν τότε στο Ωδείο Αθηνών και μαζί τους ένας σκηνοθέτης, ένας μουσικολόγος και ένας ζωγράφος αμφισβήτησαν τις εναντίον του ρεμπέτικου τοποθετήσεις των εκπροσώπων των αντίθετων ιδεολογιών.
Η «νέα μάχη» άρχισε μετά την τεράστια επιτυχία μερικών χασικλίδικων τραγουδιών που ηχογραφήθηκαν το 1946, αμέσως δηλαδή μετά την επαναλειτουργία του εργοστασίου της
Columbia και προτού ξαναρχίσει «το έργο» των επιτροπών λογοκρισίας. Έτσι, μέσα στην κόλαση του εμφυλίου πολέμου, χύνεται πολύ μελάνι, γράφονται άρθρα επί άρθρων, τοποθετήσεις των υπεύθυνων φορέων, κείμενα επί κειμένων, για να φτάσουμε τον Γενάρη του 1949 στη δημόσια, διά στόματος Μάνου Χατζιδάκι, παρέμβαση με την παρουσίαση απόψεων που μεταξύ άλλων ήταν και απόρροια των συζητήσεων και των ζυμώσεων της παρέας αυτής. Εκτός από τον Μάνο Χατζιδάκι, ήταν ο Αργύρης Κουνάδης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Φοίβος Ανωγειανάκης και ο Γιάννης Τσαρούχης. Ήταν το ξεκίνημα της «απενοχοποίησης».
Έτσι, παρά τις κραυγές του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου, τις επιθέσεις της επίσημης Αριστεράς από τα έντυπά της κατά των τραγουδιών αυτών, αλλά και την υποχώρηση του ίδιου του ρεμπέτικου, αφού είχαν αλλάξει λόγω των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών γεγονότων οι κοινωνικές συνθήκες στα μεγάλα αστικά κέντρα, η μάχη εναντίον του φαίνεται πως έχει χαθεί. Οι διαμάχες πλέον έχουν περάσει κυρίως μέσα στα έντυπα της Αριστεράς, όπως η «Επιθεώρηση Τέχνης» και η εφημερίδα «Αυγή» (1961), ιδιαίτερα μετά την επάνοδο του Μίκη Θεοδωράκη από το Παρίσι το 1960 και τη χρησιμοποίηση οργάνων και προσώπων από τον χώρο του ρεμπέτικου (Μανώλης Χιώτης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Θύμη) στη λαϊκή εκδοχή του Επιταφίου του ποιητή Γιάννη Ρίτσου.
 
Ήταν πλέον θέμα χρόνου η πλήρης αναγνώριση της αξίας του ρεμπέτικου, αλλά χρειάστηκε να περάσουν μερικές δεκαετίες ακόμη. Διότι δεν αρκούσε η παρέμβαση των «έντεχνων» δημιουργών και των συνεχιστών της δεκαετίας του 1960, αφού έπρεπε να αναζητηθούν οι παλιοί δημιουργοί του ρεμπέτικου, να μιλήσουν και να βρεθεί το έργο τους, το οποίο είχε χαθεί στα χρόνια των πολέμων, της λογοκρισίας, των πολιτικών αντιπαραθέσεων, της πολιτικής προσφυγιάς, των μεταναστεύσεων και τέλος της χουντικής παρέμβασης που έστειλε πάλι πίσω στον «γύψο» τη χώρα.
Δημιουργήθηκαν νέες ομάδες έρευνας σε αναζήτηση του «χαμένου θησαυρού». Εμφανίζονται οι πρώτοι νέοι μουσικοί, οι οποίοι στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας και αμέσως μετά αρχίζουν να παίζουν τα ξεχασμένα ρεμπέτικα, ανάμεσά τους και αυτά της προ λογοκρισίας περιόδου. Έτσι αποκαθίστανται σιγά σιγά τα πρόσωπα και το έργο τους και από τη νέα γενιά.
Για πρώτη φορά, τη δεκαετία του 1960, εντοπίζονται οι ηχογραφήσεις των μουσικών της πρώτης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, καθώς και αυτές της Σμύρνης και της Πόλης πριν από το 1922.
Μετά το 1974 επανακυκλοφορούν οι πρώτες συλλογές τέτοιων τραγουδιών, ενώ μεγαλώνει ο αριθμός των νέων κομπανιών. Ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές επαναφέρουν τα ακούσματα των παλιών ρεμπέτικων. Άρθρα και βιβλία γράφονται, και για πρώτη φορά τότε ακούν οι νεότεροι ή ξανακούν οι πιο παλιοί αυτές τις φωνές και τις ξεχασμένες μελωδίες. Διαπιστώνεται ότι τα ρεμπέτικα δεν είναι εκατό ή διακόσια, όπως πίστευαν ως τότε. Ακόμη και ο Ηλίας Πετρόπουλος, που ήταν ο πρώτος ο οποίος παρουσίασε σχετικό βιβλίο, τα «Ρεμπέτικα τραγούδια», τα υπολόγισε σε εξακόσια, ενώ τελικά ήταν αρκετές χιλιάδες.
Σημαντικοί Έλληνες τραγουδιστές μετείχαν μετά το 1974 στην επαναφορά του είδους με νέες εκτελέσεις των οποίων οι πωλήσεις έφταναν τις εκατοντάδες χιλιάδες δίσκους. Τα άρθρα, τα βιβλία, οι συναυλίες, οι τηλεοπτικές σειρές πυκνώνουν, με αποτέλεσμα σπάνια, ξεχασμένα ή και άγνωστα ρεμπέτικα να περνούν στα χείλη του κόσμου καλύπτοντας, προφανώς, κενά της σύγχρονης δημιουργίας και παραγωγής.
Το ρεμπέτικο είχε νικήσει κατά κράτος. Μπορεί να συνέβαλαν σ’ αυτό η εμμονή και το μεράκι των συλλεκτών και ερευνητών, καθώς επίσης και όλοι οι μουσικοί και ερμηνευτές που το αγάπησαν με πάθος και το επανέφεραν στο πάλκο και στη δισκογραφία, αλλά η πραγματική νίκη οφείλεται στην αξία του καθαυτή. Στην ουσία του την ίδια και στην αλήθεια του.
Σήμερα, που έχει συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός πληροφοριών καθώς και το σύνολο, σχεδόν, της δισκογραφικής παραγωγής των ρεμπέτικων, το «σώμα» δηλαδή των τραγουδιών αυτών, μπορεί να αρχίσει μια σοβαρή επιστημονική μελέτη, την οποία θα αναλάβουν πλέον οι νέες γενιές εθνομουσικολόγων, κοινωνιολόγων, γλωσσολόγων, ιστορικών, εθνολόγων κ.ά.
πηγή: Αντίφωνο, από το περιοδικό "Άρδην" (τ. 86) που κυκλοφορεί
 (Το σκίτσο είναι οπωσδήποτε του Μποστ)

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

ΚΡΙΣΗ, ΚΡΙΣΗ, ΚΡΙΣΗ... (=ΧΑΡΑ ΠΟΥ ΟΛΑ -ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!- ΑΛΛΑΖΟΥΝ?)

Η ομιλία του Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου με τίτλο: Το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο και η κρίση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού,  από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Ε.Μ.Θ.  στις 17 Νοεμβρίου 2010.

ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ

Η εποχή μας διακρίνεται από μια μοναδικότητα: η κρίση του πολιτισμού, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, εκδηλώνεται ως διατάραξη της φυσικής ισορροπίας και ως ορατός κίνδυνος οικολογικής καταστροφής. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του ανθρώπου, κρίση που συνδέεται με τα πρότυπα, τις δομές, την κατεύθυνση του πολιτισμού μας. Το μοντέλο βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης – θεμελιωμένο καθώς είναι στην αντίληψη της αντιπαλότητας προς τη φύση, που χαρακτηρίζει την κουλτούρα δυτικού τύπου[1] – επέβαλε, σε παγκόσμια κλίμακα, μια πολιτισμική επιλογή ασύμβατη προς τους φυσικούς όρους διατήρησης της ζωής και συνεπώς, αδιέξοδη. Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν είναι διόλου εύκολη, καθώς αυτό το πρότυπο κι αυτή η λογική αποτελούν δομικά συστατικά του συστήματος, με βαθιές ρίζες στη νοοτροπία και στην πρακτική του δυτικού ανθρώπου. Γι’ αυτό και καμιά από τις μεγάλες κοινωνικές ιδεολογίες που δίχασαν την ανθρωπότητα στον 20όν αιώνα δεν έχει απάντηση. Γιατί, ως προς τη σχέση ανθρώπου – φύσης, βρίσκονται στην ίδια πλευρά: η έννοια της «προόδου» συνδέεται με την κατάκτηση και εκμετάλλευση της φύσης, στον ασύμμετρο βαθμό που υπαγορεύει ο κοινός στόχος της «βιομηχανοποίησης» της παραγωγής.
Προκύπτει λοιπόν επιτακτικό το ερώτημα πώς και γιατί η κατεύθυνση που έχει επιβάλει σε παγκόσμιο επίπεδο το κυρίαρχο δυτικό μοντέλο εμφανίζεται, σύμφωνα με τους επίσημους εκφραστές του, αναγκαστική και μη αναστρέψιμη. Ως την ώρα τουλάχιστον, η μόνη δυνατότητα που προσφέρει η λογική του συστήματος είναι μια κούρσα ανάπτυξης της διαστημικής τεχνολογίας και της αντίστοιχης βιομηχανικής παραγωγής, η οποία να εξασφαλίσει – κοντά στα γενναία κέρδη – και τις τεχνικές προϋποθέσεις για τη μετανάστευση μιας μικρής «αντιπροσωπείας» του ανθρώπινου γένους σε κάποιον άλλο πλανήτη – αν υπάρχει τέτοιος – που να διαθέτει ανάλογες με τη γη συνθήκες, για τη συνέχιση της ζωής. Η επαγγελία μιας συμβολικής επιβίωσης, μέσω της αναβίωσης του μύθου της Κιβωτού του Νώε, είναι το μέγιστο που έχει να προσφέρει στην ανθρωπότητα, ως αντιστάθμισμα για την ολική καταστροφή, ο κυρίαρχος δυτικός πολιτισμός. Γι’ αυτό είναι ζωτικής σημασίας να γνωρίζομε ότι υπάρχουν στην ιστορία των ανθρώπινων πολιτισμών αξιόπιστα εναλλακτικά πρότυπα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές, σε μια υπέρβαση του αδιεξόδου.
Ανάμεσα στα τυπολογικά κριτήρια που έχουν προταθεί για την ταξινόμηση των πολιτισμικών συστημάτων, θεωρούμε πρόσφορο για το σκοπό μας να εξετάσομε το κριτήριο που προκύπτει από την αντίληψη που έχει μια ανθρώπινη κοινωνία για το χώρο και το χρόνο και τη μεταξύ τους σχέση.[2] Σύμφωνα μ’ αυτό το κριτήριο, διακρίνομε πολιτισμούς του χώρου και πολιτισμούς του χρόνου, που αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικές πολιτισμικές κατευθύνσεις, ιστορικά υπαρκτές και αντίπαλες.
Οι πολιτισμοί του χώρου χαρακτηρίζονται από την προτεραιότητα που παίρνει μέσα στο κοσμοείδωλο της αντίστοιχης κοινωνίας ο τόπος, η πάτρια γη, προτεραιότητα που εκφράζεται με μια σχέση οικειότητας και αρμονίας  προς τη φύση· και μ’ ένα αίσθημα συγγένειας των ανθρώπων που κατοικούν στον ίδιο τόπο· η κοινή τοπική καταγωγή γίνεται ο κυριότερος παράγοντας κοινωνικής συνοχής. Και ο τόπος αναγνωρίζεται ως το κατ’ εξοχήν πεδίο ενεργοποίησης, δημιουργίας και ολοκλήρωσης του ατόμου και της κοινότητας. Η συνείδηση ταυτότητας του ανθρώπου διαμορφώνεται σε άμεση συνάρτηση με τον τόπο και την τοπική κοινότητα. Στις παραδοσιακές κοινωνίες αυτού του τύπου ο χρόνος είναι κυκλικός και γίνεται αντιληπτός μέσα από τη σταθερή εναλλαγή της μέρας και της νύχτας και τη διαδοχή των εποχών. Έτσι, ο χρόνος ενσωματώνεται στο χώρο σε μια ενιαία αντίληψη του χωροχρόνου. Στη μυθολογία αυτών των πολιτισμών η αντίληψη του θείου είναι ενδοκοσμική. Ο θεός είναι μέσα στη φύση και είναι πληθυντικός.
Οι πολιτισμοί του χρόνου, αντίθετα, χαρακτηρίζονται από την εμμονή  στην προτεραιότητα του χρόνου, η οποία εκφράζεται με την αποσύνδεση από ένα γενέθλιο τόπο, με τη συνεχή μετακίνηση, την αποδημία, την ελεύθερη περιπλάνηση. Η παρουσία της γης στη μυθολογία αυτών των πολιτισμών συρρικνώνεται στο μέγιστο βαθμό, περιορίζεται στην ομοιομορφία και την ουδετερότητα της ερήμου, η οποία δεν προσφέρει όρους επιβίωσης στον άνθρωπο· είναι πεδίο άσκησης και δοκιμασίας, όχι ευδαιμονίας. Η αντίληψη του χρόνου είναι γραμμική, σε διαρκή ροή, και συναρτάται με την ιδέα της συνεχούς εξέλιξης. Συνεπώς, η θεότητα δεν μπορεί να συνδέεται με το χώρο, και πολύ λιγότερο, με τη φύση. Η περιοχή του θεού είναι το μεταφυσικό επέκεινα. Στην κοσμολογία αυτών των πολιτισμών ο Κόσμος έχει αρχή και τέλος· αρχίζει με τη γένεση του Κόσμου και τελειώνει με τη  βασιλεία του Θεού. Στο πλαίσιο αυτής της εσχατολογίας, η ζωή του ανθρώπου νοείται ως μια δοκιμασία με στόχο την τελείωση. Και η συνείδηση της ταυτότητας δε συναρτάται με το χώρο και την κοινωνία αλλά με το υποκείμενο και με το νόμο του θεού. Αντίστοιχα, οι έννοιες της ιστορίας και του ιστορικού χρόνου αποχτούν κεντρική σημασία ως έννοιες ανταγωνιστικές προς τη φύση. Η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας νοείται ως μια διαρκής ανοδική εξέλιξη μέσα στη  διαχρονία.
Η προτεραιότητα του χώρου χαρακτηρίζει τις αγροτικές παραδοσιακές κοινωνίες, που είναι δεμένες με τη γη και αντιπροσωπεύουν ειρηνικούς πολιτισμούς, καθώς η αγροτική κοινότητα χαρακτηρίζεται από μιαν αυτάρκεια, υλική πρώτα και μυθική ύστερα: το μικρό σύμπαν της αγροτικής κοινότητας δεν έχει χρεία ν’ αναζητήσει τίποτα έξω απ’ αυτό· εμπεριέχει τους όρους και το λόγο της ύπαρξής του.
Η προτεραιότητα του χρόνου χαρακτηρίζει τις νομαδικές παραδοσιακές κοινωνίες[3], που συνδέουν την ύπαρξή τους με την περιπλάνηση και την αναζήτηση των αναγκαίων αγαθών και συνεπώς αναπτύσσουν μια επιθετική και κατακτητική συμπεριφορά.
Αν πρέπει να δώσουμε ορισμένα σημεία αναφοράς, θα λέγαμε ότι, από τους μεγάλους ιστορικούς πολιτισμούς, ο ελληνικός εκπροσωπεί την προτεραιότητα του χώρου και ο εβραϊκός την προτεραιότητα του χρόνου. Χαρακτηριστικό πάνω σ’ αυτό είναι ότι μέσα στην ελληνική μυθολογία υπάρχει ιδιαίτερη θεότητα που καθοσιώνει την αντίληψη του αυτόχθονος, του γηγενούς, ο Ερεχθεύς (ο ναός του, το Ερέχθειον, έχει διακεκριμένη θέση στην Ακρόπολη των Αθηνών, πλάι στο ναό της Αθηνάς Παλλάδας). Αντίστοιχα, ο αρχαίος θεός των Εβραίων είναι ο Ελοχίμ, ο θεός του χρόνου, ενώ η νομαδική κουλτούρα της συνεχούς μετακίνησης αποτυπώνεται στο μύθο του «Περιπλανώμενου Ιουδαίου», που τροφοδοτεί την αναζήτηση και δικαιώνει την επιθετική συμπεριφορά.[4]
Ανάλογο προσανατολισμό διαπιστώνουν οι μελετητές στη ρωμαϊκή  κουλτούρα,  με γνώμονα τα διακριτικά της γνωρίσματα που αποκλίνουν από το αρχαίο ελληνικό πρότυπο: την ιστορική (αντί για την αφηρημένη) σκέψη, την πρακτική (απέναντι στη νοητική) εμπειρία, τον εργαλειακό ρασιοναλισμό (απέναντι στην κοσμοθεωρητική προοπτική), την πολιτική ιδεολογία (απέναντι στη φιλοσοφία), τα χρησιμοθηρικά (αντί για τα θεωρητικά) κριτήρια. Από τη σύζευξη της ρωμαϊκής με την εβραϊκή παράδοση προέκυψε, κατά μία άποψη, η κατεύθυνση του δυτικού αστικού πολιτισμού.[5]
Από τη  άλλη  μεριά, ο ελληνικός πολιτισμός, στην κλασική εκδοχή του,  εκπροσωπεί μια βελτιωμένη εκδοχή της κουλτούρας του χώρου, τον πολιτισμό του ενιαίου χωροχρόνου, που συνδέεται άρρηκτα με τη φύση. Μέσα στο ελληνικό σύμπαν η φύσις περιλαμβάνει το σύνολο των υπαρκτών, τον ουρανό και τη γη, τα φυτά και τα ζώα, τους ανθρώπους και τους θεούς με το πεπρωμένο τους, αλλά και τα έργα του ανθρώπου στο παρόν και στο παρελθόν, συνεπώς, το Μύθο και την Ιστορία. Ο πυρήνας                                                                                           της έννοιας φύσις είναι η σημασία του αυτοφυούς, του αυτοδιανοιγόμενου και αυτοαναπτυσσόμενου (από το ρήμα φύομαιφύσις = «αυτό που φυτρώνει, που βγαίνει έξω και γίνεται φανερό)[6]. Η φύση έχει λοιπόν αντικειμενική υπόσταση, είναι αυθύπαρκτη και είναι προσιτή στις αισθήσεις. Δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μιας βούλησης που προϋπάρχει της φύσης και τη δημιουργεί. Η ελληνική Κοσμογονία δεν έχει ανάγκη από θεό-δημιουργό· είναι μια μυθολογία συμβατή προς την επιστήμη.
Μέσα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, θεοί και άνθρωποι είναι ενδοκοσμικά όντα, κατοικούν την ίδια περιοχή, που είναι η φύσις. Το Σύμπαν είναι ενιαίο και διέπεται από την αρχή της αρμονίας, που στο πεδίο της τέχνης μεταγράφεται σε πλαστική τελειότητα των μορφών και στην περίφημη «ελληνική γαλήνη» των αγαλμάτων. Σε αξιακό επίπεδο, η σχέση με την πάτρια γη κατέχει την κορυφή των αξιών. Το ομηρικό «Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» τεκμηριώνει τον αρχέγονο χαρακτήρα του πατριωτισμού, ο οποίος αποτελεί θεμέλιο των πολιτισμών της εντοπιότητας.[7]
Κατ’ αναλογία συγκροτείται και το πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, που συνδέεται οργανικά με το χώρο και χαρακτηρίζεται από το μικρό μέγεθος, στα μέτρα του ανθρώπου, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται αφενός η ισορροπία του ανθρώπου με τη φύση και το ατόμου με την κοινωνία, αφετέρου η αυτάρκεια, που δεν παρέχει κίνητρα για ν’ αναπτυχθούν επιθετικές και κατακτητικές συμπεριφορές. Το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας παρέχει το πλαίσιο για τη συνύπαρξη, διαλεκτική και εναρμόνιση των αντιθέτων.
Στη χριστιανική φάση των ευρωπαϊκών πολιτισμών η αντίθεση χώρου vs χρόνου μετατοπίζεται στην αντίθεση αντικειμενικός κόσμος vs υποκειμενική συνείδηση ή στην ομόλογη αντίθεση υλικός κόσμος vs πνευματικός κόσμος, που εντέλει ανάγονται στην αντίθεση μονιστικό μοντέλο (ενιαίο Σύμπαν: φύση = θεός) vs δυιστικό μοντέλο (= φυσικός κόσμος vs μεταφυσικός κόσμος / φύση vs θεός).
Μ’ αυτά τα κριτήρια, διαπιστώνομε μια ορισμένη ομολογία ανάμεσα στους πολιτισμούς του χρόνου και στους εσχατολογικούς πολιτισμούς του Δυτικού Μεσαίωνα, από την άποψη ότι ο μεταφυσικός κόσμος και οι πνευματικές αξίες παίρνουν την απόλυτη προτεραιότητα έναντι του φυσικού κόσμου και των ζωικών αξιών. Συνεπώς, αντιτίθενται ριζικά προς τις αξίες που είναι συναρτημένες με το χώρο, φορτίζοντας τις με ένα έντονα αρνητικό πρόσημο.
Το ανάλογο θα παρατηρούσαμε και για την κουλτούρα της βιομηχανικής και τεχνολογικής επανάστασης του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα, από την άποψη ότι η έννοια του χρόνου παίρνει την απόλυτη προτεραιότητα στην ανθρώπινη ζωή και δράση, υποβαθμίζοντας τη σημασία του τόπου.
Με τα ίδια κριτήρια, θα διακρίναμε την προτεραιότητα του ενιαίου χωροχρόνου σε θεμελιώδεις πολιτισμικές εκφράσεις της Αναγέννησης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, περιόδους που χαρακτηρίζονται (τουλάχιστον στην αφετηρία τους) από μια στροφή προς το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες και τις φυσικές αξίες.
Τόσο στις λόγιες όσο και στις λαϊκές εκφράσεις της τοπικής κουλτούρας, ο  χρόνος ενσωματώνεται στο χώρο. Ο νεοελληνικός πολιτισμός γενικότερα είναι ένας εμπράγματος πολιτισμός, του εδώ και του τώρα. Μια εκδοχή αυτής της ενότητας του χωροχρόνου είναι η συγχώνευση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος στη συλλογική συνείδηση, θρησκευτική και ιστορική. Στην ορθόδοξη παράδοση η συγχώνευση αυτή παίρνει δυο χαρακτηριστικές εκφράσεις. Η μία είναι η μετάθεση της εσχατολογικής προοπτικής (Δευτέρας Παρουσίας) στην άμεση «εδώ και τώρα» εκστατική σχέση με το θείο μέσα από την ενόραση του «ακτίστου φωτός», η οποία στην καθημερινότητα του μοναστηριακού κοινοτικού βίου μεταγράφεται στο «κατ’ αλήθειαν ζειν», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αίτημα μεταφοράς του μεταφυσικού παραδείσου πάνω στη γη. Αφετέρου, στη λαϊκή και στη λόγια παράδοση το κυρίαρχο πολιτισμικό βίωμα, όπως εκδηλώνεται στα μνημεία του λόγου, είναι το βίωμα της πληρότητας και ευδαιμονίας του όντος. Η φύση παριστάνεται στο συλλογικό φαντασιακό ως ένας επίγειος παράδεισος, που συγκεντρώνει όλες τις αξίες και εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση και μακαριότητα του ανθρώπου:
Να κάτεχα η παράδεισο πως είναι σαν τη Στεία,
χαλάλι και οι προσευχές, χαλάλι κι η νηστεία.
(Ε.Γ.Καψωμένος, «Η κρητική μαντινάδα», 2002:62)
Το ανάλογο βίωμα θα το βρούμε εκφρασμένο πληθωρικά και στην προσωπική λογοτεχνία:
«Αύγουστος μήνας, ο πιο ανοιχτοχέρης κι αγαπημένος, με τις αγκάλες φορτωμένες μελωμένα πωρικά και σεριανίζει στα μποστάνια και στ’ αμπέλια, πασαλειμμένος με κατακάθια του κρασιού, με διπλά προγούλια και τριπλές κοιλιές, με ορθή ουρά, άγιος Σάτυρος, μεγάλη η χάρη του!  […] Ετούτοι είναι οι ντόπιοι, οι αληθινοί θεοί μας οι αθάνατοι· πώς μπόρεσαν κάτω από τέτοιο φως, ομπρός σε τέτοια θάλασσα, ανάμεσα σε τέτοια βουνά, να γεννηθούν και να προκόψουν άλλοι θεοί, χωρίς κοιλιά, χωρίς χαρά, χωρίς αμπελόφυλλα στα  μελίγγια; Και πώς μπόρεσαν οι γιοι κι οι θυγατέρες της Ελλάδας να πιστέψουν σ’ έναν Παράδεισο διαφορετικό από τον Παράδεισο ετούτης της γης;»
(Αναφορά στον Γκρέκο, 1961:582-583)
Στο βίωμα της φύσης ως εγκόσμιου παραδείσου ενυπάρχει αυτονόητα η αντίληψη της ενότητας του σύμπαντος, που συνδέεται με τη «θεία Επιφάνεια», την παρουσία του θεού μέσα στη φύση. Η εμπειρία της εμφάνισης των αγίων, της Παναγίας, του Χριστού, μαζί με τις νεράιδες και τα ξωτικά της λαϊκής μυθολογίας, ανακατεμένα και αδιαφοροποίητα, είναι τυπική έκφραση της ενότητας ανθρώπου – Κόσμου στις αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες της ελληνικής υπαίθρου. Και υποδηλώνει την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ενότητας.
Ένα άλλο ουσιώδες γνώρισμα της τοπικής κουλτούρας που αναφέρεται στο κοινωνικό πεδίο, δηλ. στο πεδίο της ιδεολογίας, είναι η ισορροπία ατόμου – κοινωνίας και ο συμμετοχικός χαρακτήρας του παραδοσιακού πολιτισμού της ελληνικής υπαίθρου. Την ισορροπία ατομικού – κοινωνικού, ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τη θεωρεί διαχρονικό γνώρισμα του τοπικού πολιτισμού διαβλέποντας τις απαρχές του φαινομένου στη Μινωική περίοδο. Στο δοκίμιό του με τον τίτλο «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», διαπιστώνει μια τάση για ισορροπία και εναρμόνιση των ατομικών με τις κοινωνικές αξίες, που τη χαρακτηριστική της έκφραση αναγνωρίζει στην παράδοση του κοινοτισμού των χρόνων της τουρκοκρατίας (Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ, 1993: 342).
Η ισορροπία ατόμου – συνόλου συνδέεται με το συμμετοχικό χαρακτήρα του παραδοσιακού μας πολιτισμού. Όπως είναι γνωστό, οργανικό στοιχείο αυτού του πολιτισμού είναι τα αυτοσχεδιαστικά δίστιχα, από τις πιο δυναμικές εκφράσεις της ελληνικής παραδοσιακής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε εθιμική τελετουργία που προβλέπει αυτοσχεδιασμό, μετέχουν δυνάμει όλα τα μέλη της κοινότητας. Μάλιστα, ο τρόπος που μετέχουν είναι συχνά διαλογικός: πρόκληση – απάντηση. Πάνω σ’ αυτή τη νόρμα λειτουργούν οι μαντιναδομαχίες, τα κυπριακά τσιατίσματα, τα  εκατόλογα,και άλλες εκφράσεις της εθιμικής ζωής.
Αντίστοιχα, την τάξη του γλεντιού ορίζει η αρχή της εναλλαγής και της ισοτιμίας. Το βλέπομε στα τραγούδια της τάβλας, όπου η δυνατότητα όλων των συνδαιτημόνων να πάρουν το ρόλο του πρωτοτραγουδιστή είναι κατοχυρωμένη από την εθιμική τάξη. Μόλις κάποιος αρχίσει ένα νέο τραγούδι, ο προηγούμενος οφείλει αμέσως να σταματήσει και να του παραχωρήσει τη σειρά. Το ανάλογο παρατηρούμε σε όλους τους κυκλικούς χορούς: ο πρωτοχορευτής έχει την ελευθερία να αναπτύξει, μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από το χορευτικό ρυθμό, θεαματικές πρωτοβουλίες, που αναδείχνουν τη δεξιοτεχνία, τη χάρη και το δυναμισμό του,  συνταιριάζοντας μοναδικά το ατομικό με το συλλογικό.
Στο κοσμοθεωρητικό επίπεδο, διακριτικό γνώρισμα του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου είναι η εμπειρία της συνύπαρξης των αντιθέτων, που εκφράζεται χαρακτηριστικά στα “αμήχανα” του δημοτικού τραγουδιού:
– Χωρίς χιονιά χιονίζουνται, χωρίς βροχή βροχιώνται
– Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν οριάστη
Η συνύπαρξη των αντιθέτων τροφοδοτεί μέσα στη νεοελληνική παράδοση την αντίληψη για την τραγικότητα της ζωής και του κόσμου. Την αφετηρία αυτής της αντίληψης, που θ’ αναπτύξουν αργότερα ποιητές όπως ο Καβάφης και ο Σεφέρης, την εντοπίζομε στα έργα του Κρητικού Θεάτρου της Αναγέννησης:
Πώς είναι μπορεζάμενο κι ήλιος λαμπρός να δίδει
το μεσημέρι τ’ όμορφο των αμματιώ σκοτίδι;
Ζέστη πώς είναι μπορετό το χιόνι να γεννήσει
γή μαραμένα κρύο νερό φύτρα ποτέ ν’ αφήσει;
[…]
Στο στήθος μου έχω θησαυρό κι ωσά χαμένος να ΄το
μ’ έγνοια πολλή να τόνε βρω γυρίζω απάνω κάτω.
(Γεωργίου Χορτάτζη, Ερωφίλη Α΄, 5-10, 19-20)
Το κοσμοείδωλο της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας θα το δούμε να ολοκληρώνεται στη σχέση ζωής – θανάτου, όπως αποτυπώνεται στα τραγούδια του Χάρου. Η στάση του Ήρωα ορίζεται από την προσήλωση στις αξίες της ζωής και την άρνησή του να δεχτεί τη θνητή του μοίρα. Ο αντρειωμένος ή ο Διγενής των ακριτικών τραγουδιών, ο λεβέντης ή ο βοσκός των νεοελληνικών τραγουδιών του Χάρου αρνούνται να παραδώσουν την ψυχή τους στο Χάροντα, εντολοδόχο της Κοσμικής τάξης, προβάλλοντας την αξίωση μιας εγκόσμιας αθανασίας. Και προκαλούν το Χάροντα να παλέψουνε στα «μαρμαρένια αλώνια», μυθικό πεδίο της Κοσμικής σύγκρουσης ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο. Ο Χάρος αδυνατεί να καταβάλει τον Ήρωα και καταφεύγει στον αρχαίο «δόλο των θεών», όπως στην τραγωδία. Τα δόλια μέσα, δηλ. η παραβίαση του ηρωικού κώδικα, είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσει· είναι όμως ταυτόχρονα η ομολογία του ότι ο αντίπαλός του είναι ακαταμάχητος. Άρα ο νικητής στο ηθικό πεδίο, είναι ο Ήρωας, κατά το σχήμα Υλική ήττα = Ηθικός θρίαμβος. Έτσι, αφενός γίνεται αποδεκτή η αδιαμφισβήτητη εμπειρία του θανάτου, αφετέρου διασώζεται η εγκυρότητα των αξιών που ο Ήρωας εκπροσωπεί (απόρριψη της θνητής μοίρας του ανθρώπου, προσήλωση στο αγαθό της ζωής, αξίωση μιας εγκόσμιας αθανασίας). Μ’ αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση των αντιθέτων. Το ήθος αυτό μας παραπέμπει στην αντίθεση ανθρώπου – θεού, την «προμηθεϊκή ιδέα», που αποτελεί την πηγή του αρχαίου αλλά – με τους όρους της ιδιομορφίας του – και του νεοελληνικού τραγικού.[8]
Περνώντας στο αντίπαλο πολιτισμικό πρότυπο, θα μελετήσομε τη σύγχρονη εκδοχή της κουλτούρας του χρόνου, που είναι η ύστερη φάση του βιομηχανικού καπιταλισμού, μάλιστα με την ευανάγνωστη μορφή που παίρνει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Η «διαφοροποιητική σημαίνουσα» του βιομηχανικού καπιταλισμού είναι δύο προϊόντα της τεχνικής, το ρολόι και οι τροχοί, τα οποία παραπέμπουν στις έννοιες του χρόνου και της κίνησης (Lewis Mumford, 1963:12-17, Ε.Π. Τόμσον, 1994:69). Η έννοια του χρόνου, αφού μετατοπίστηκε από τον αντικειμενικό χωροχρόνο της ελληνικής αρχαιότητας στον υποκειμενικό χρόνο του Πλωτίνου και του Αγίου Αυγουστίνου, θα περάσει, στη φάση του βιομηχανικού καπιταλισμού, σε νέα, διαφορετική τώρα εξαντικειμενοποίηση, με την προτεραιότητα που παίρνει η μέτρηση του εργασιακού χρόνου και του χρόνου παραγωγής στην ανάπτυξη της βιομηχανίας: στο «μηχανοποιημένο χρόνο». Η εξέλιξη αυτή έχει μια προϊστορία, που παρουσιάζει ένα διπλό ενδιαφέρον: πρώτον, εμπλέκει άμεσα το κομβικό πρόβλημα της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, δεύτερο, συνδέεται με την ιστορία της δυτικής σκέψης.
Συγκεκριμένα, στις αφετηρίες αυτής της εξέλιξης βρίσκεται μια χριστιανική εκδοχή του νεοπλατωνισμού, όπως διαμορφώθηκε από τη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου, ο οποίος αποσυνδέει την έννοια του χρόνου από την κίνηση των ουρανίων σωμάτων και τη συνδέει με την υποκειμενική εμπειρία. Έτσι, μεταφέρει το κέντρο βάρους από τον αντικειμενικό κόσμο  στη συνείδηση του υποκειμένου, σε ομολογία προς την αρχή της υπεροχής του πνεύματος έναντι  της ύλης (Αγίου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, ελλην. μτφρ. 1997:23, 27, 29-30, 36).
Σε παράλληλη γραμμή κινείται η νεότερη φιλοσοφική σκέψη, η οποία αναπτύσσεται πάνω σε τρείς ομόλογους άξονες: την υποταγή της φύσης στον άνθρωπο (“Lhomme maître et possesseur de la nature”: Réné Descartes, Discours de la Méthode, έκδ. 1953), την αμφισβήτηση της αντικειμενικής ύπαρξης του κόσμου και την ανακήρυξη του πνεύματος ως της μόνης πραγματικότητας («cogito ergo sum”: Réné Descartes)[9], τη θεοποίηση του ανθρώπου  και των επιτευγμάτων της τεχνικής (ο άνθρωπος δεύτερος θεός, «deus in terris»: Immanuel Kant).[10]
Αυτή είναι η ύβρις του δυτικού ανθρώπου, που – χωρίς κατ’ ανάγκη να τα προκαλεί – ευνοεί ορισμένα αρνητικά φαινόμενα, που στο τέλος του 20ού αιώνα, φτάνουν στις ακραίες τους συνέπειες. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η απόλυτη προτεραιότητα του τεχνητού έναντι του φυσικού, έκφραση της εμπιστοσύνης στις ικανότητες του ανθρώπου, η οποία ωστόσο τροφοδότησε έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό, που οδήγησε στην ασύμμετρη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της βιομηχανίας, με σοβαρές επιπτώσεις στο πεδίο της κουλτούρας.
Ο χρόνος μηχανοποιείται, καθώς ενσωματώνεται στο μηχανισμό του ρολογιού και, μέσω αυτού, στην παραγωγική μηχανή του εργοστασίου. Ο προγραμματισμός και οι άμεσοι, μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι της βιομηχανικής παραγωγής υποτάσσουν σταδιακά τον άνθρωπο στο μηχανισμό του χρονομέτρου και τον υποχρεώνουν σε μια αδιάλειπτη και απαρέγκλιτη προσαρμογή στο ρολόι του εργοστασίου· του επιβάλλουν μια συνεχή εγρήγορση, ένα ατέρμονο κυνήγι του χρόνου, μια αδιάκοπη δραστηριότητα, που δεν είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής και έκφραση της ατομικής δημιουργικότητας, αλλά προσαρμογή στην προγραμματισμένη λειτουργία της παραγωγικής μηχανής. Έτσι, επιβάλλεται μια αντιστροφή των σχέσεων: ο άνθρωπος γίνεται οιονεί εξάρτημα της μηχανής, υπάγεται πλήρως στην υπηρεσία του αυτονομημένου και αυτορρυθμιζόμενου συστήματος. Εδώ αναγνωρίζομε όλα τα χαρακτηριστικά μιας κουλτούρας του χρόνου, που ενώ επαγγέλλεται την απελευθέρωση από τους περιορισμούς και τη στατικότητα του τόπου, υποδουλώνει και αλλοτριώνει τον άνθρωπο.
Αντίστοιχα και σε ομολογία με το χρόνο, διαμορφώνεται και μια κουλτούρα της κίνησης και της ταχύτητας. Η επιτάχυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων συνεπάγεται και μια συνεχή μετακίνηση, μια διαρκή φυγή προς τα εμπρός. Η αναζήτηση εργατικού δυναμικού με πιο ευνοϊκούς, δηλ. πιο επικερδείς όρους επιβάλλει τη συνεχή μετακίνηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων σε περιοχές που προσφέρουν ευνοϊκότερες συνθήκες για τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, καταργώντας όλα τα σύνορα. Το συμφέρον του συστήματος – και όχι αξιακά κριτήρια – είναι λοιπόν που υπαγορεύει τις μεθοδεύσεις για κατάργηση των εθνικών κρατών· για να εξουδετερωθεί κάθε ενδεχόμενη αντίσταση στην επέκταση του επιχειρηματικού κεφαλαίου.
Παράλληλα, η συσχετική ανάπτυξη της τεχνικής διαμορφώνει ένα περιβάλλον τεχνητό, αποδεσμευμένο από την έννοια της τοπικότητας: γραφείο, εργοστάσιο, πολυκατάστημα, ξενοδοχείο, τρένο, πλοίο, αεροπλάνο, είναι το περιβάλλον του μοντέρνου ανθρώπου, που μετέχει στο σύστημα· ένα περιβάλλον ουδέτερο, μονότονο και ανοίκειο, που φέρνει στη ζωή των ατόμων μια καινοφανή εμπειρία: τη μοναξιά μέσα στο πλήθος.
Η συνεχής κίνηση επιβάλλει μια αναίρεση της χωρικότητας: η περιοχή δραστηριότητας του ανθρώπου είναι ο ου-τόπος, «περιβάλλον» που δεν ευνοεί τη συλλογική ζωή, αναγκαία συνθήκη της οποίας είναι η μακροχρόνια συμβίωση των ανθρώπων. Συνέπεια: παύει να υφίσταται ένα σταθερό περιβάλλον κοινωνικής αναφοράς, αναγκαίο για την ανάπτυξη δεσμών αλληλεγγύης, κοινών στόχων, αμοιβαίας δέσμευσης, κοινών κανόνων συμπεριφοράς, κοινών αξιών. Ο πιο σταθερός και ισχυρός σύνδεσμος είναι η σχέση υπαλληλίας των στελεχών προς τη διοίκηση της επιχείρησης και η υποχρεωτική δέσμευσή τους να υλοποιούν το αναπτυξιακό και εμπορικό της πρόγραμμα, με στόχο τη συσσώρευση του κέρδους. Αυτή η σχέση εξουσίας, σε συνδυασμό με τους όρους του «ελεύθερου ανταγωνισμού», μέσα στις οποίες είναι υποχρεωμένοι να δράσουν, καλλιεργεί την επιθετικότητα, δεν ευνοεί τη λειτουργία αρχών και κανόνων ηθικής. Η μέγιστη επιτυχία είναι η ολοσχερής καταστροφή του ανταγωνιστή, που θα εξασφαλίσει την εκατό τοις εκατό εκμετάλλευση της αγοράς από την επιτιθέμενη επιχείρηση. Εδώ δε χωράει ο υπολογισμός σε ανθρώπινο κόστος. Η μέριμνα για τον άνθρωπο είναι ενάντια στη λογική του συστήματος. Γι’ αυτό, για ν’ αυξηθούν τα κέρδη ή για να  αντιμετωπιστεί διαφαινόμενη πιθανότητα μείωσής τους, η λύση είναι στερεότυπα οι απολύσεις προσωπικού. Ο απολογισμός γίνεται πάντα σε μακροοικονομικά μεγέθη: κέρδη-ζημίες-ισολογισμός. Ο παράγοντας άνθρωπος απουσιάζει. Στα χρόνια που ζούμε καταρρίπτεται και ο τελευταίος μύθος για την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της οικονομίας της αγοράς. Καθώς το σύστημα οδηγείται, από την ίδια του τη λογική της συσσώρευσης του κέρδους, στις  ακραίες του συνέπειες, γίνεται ορατό το αδιέξοδο των επιλογών του. Με την επικράτηση του χρηματηστηριακού και τραπεζικού κεφαλαίου, η διεθνής οικονομία έγινε βορά των κερδοσκόπων και των τοκογλύφων. Και καθώς είναι πια οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού, έχουν αφήσει κατά μέρος τα προσχήματα: οι ίδιοι ανεβάζουν με κερδοσκοπικές κινήσεις τα επιτόκια και διογκώνουν τα χρέη των αδυνάτων, οι ίδιοι βγάζουν την ετυμηγορία για χρεωκοπία των θυμάτων τους κι οι ίδιοι εισπράττουν το όφελος από την ετυμηγορία τους,  υποδουλώνοντας εθνικές οικονομίες και λαούς. Κάποτε η πολιτική οικονομία του αστικού στστήματος είχε μια σοβαρότητα στις αναλύσεις, τις προβλέψεις, τις προτάσεις της. Με τη σημερινή εκβαρβάρωση του συστήματος, τα  πράγματα απλοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που να μη χρειάζονται πια τα αναλυτικά εργαλεία της ειδικής επιστήμης, για τη διάγνωση και ερμηνεία των φαινομένων. Τα λέει όλα η απλοϊκή έκφραση “πώς θ’ αντιδράσουν οι αγορές”. Αυτό το ασαφές ιστορικό υποκείμενο έγινε η καταβόθρα του ύστερου καπιταλισμού.
Έτσι προέκυψε σταδιακά η αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου, η εξουδετέρωση του δικού του θέλω στο όνομα της βούλησης του πανίσχυρου ανθρώπινου όντος (στην αφηρημένη εκδοχή του, που δεν ενοχοποιεί κανένα) και εν τέλει, η «πραγμοποίησή» του, όπως ονόμασαν οι κοινωνιολόγοι τη μετατροπή του ανθρώπου σε πράγμα. Κι έτσι άνοιξε ο δρόμος − και η όρεξη ορισμένων δυνάμεων − για την επιβολή μιας «νέας τάξης» στον κόσμο. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο φαινόμενο, αλλά η τελική συνέπεια της κατεύθυνσης του δυτικού πολιτισμού, όπως διερμηνεύεται από τους στοχαστές και φιλοσόφους της Δύσης.
Σ’ αυτό το μοντέλο, η φύση δεν αποτελεί πλέον το περιβάλλον του ανθρώπου· βρίσκεται έξω από τον ορίζοντά του. Και οι φυσικές αξίες, που στους παραδοσιακούς πολιτισμούς του χώρου συνέδεαν τον άνθρωπο με τα υπόλοιπα πλάσματα της φύσης διατηρώντας τη συνείδηση της κοινής καταγωγής και της ευθύνης που συνεπάγεται, δεν είναι πια πρότυπο των ανθρώπινων αξιών. Αντίθετα, έχομε μια κουλτούρα που διέπεται από τη λογική της απόλυτης προτεραιότητας του τεχνητού έναντι του φυσικού και από την πρακτική της ανεξέλεγκτης ρύπανσης και μόλυνσης του περιβάλλοντος. Άμεση συνέπεια αυτής της λογικής κι αυτής της πρακτικής είναι το φαινόμενο του «θερμοκηπίου», η τρύπα του όζοντος, η σταδιακή ερημοποίηση της γης, το λιώσιμο των πάγων στους δύο Πόλους, η προοπτική της ολικής καταστροφής.
Ανάλογης κλίμακας βιασμό συνιστά η τεχνητή μετάλλαξη των σπόρων της γης, με δηλωμένη πρόθεση τη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής αλλά με ανομολόγητη συνέπεια, τη διακινδύνευση που συνεπάγεται η κατανάλωση μεταλλαγμένων φυτικών τροφών· και  βέβαια, η προοπτική μονοπωλιακού ελέγχου της παραγωγής που θα προκύψει από τη σκοπούμενη αντικατάσταση των φυσικών σπόρων από τους μεταλλαγμένους, προοπτική που μετατάσσει το πρόβλημα της τροφής σε πρόβλημα ανταγωνισμού για την παγκόσμια κυριαρχία.[11]
Από την άλλη μεριά, στο κεφαλαιώδες ζήτημα της ερωτικής ζωής και συμπεριφοράς, το κριτήριο του φυσιολογικού έχει παύσει να δεσμεύει τις σχέσεις των ανθρώπων. Δεν αρκούσε που οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ήταν εξίσου θεμιτές με τις ετεροφυλοφιλικές. Έπρεπε να θεσμοθετηθεί και ο γάμος μεταξύ ομοφύλων· και ταυτόχρονα να εφευρεθεί το αδίκημα της “σεξουαλικής παρενόχλησης”, που ποινικοποιεί τη φυσιολογική ερωτική συμπεριφορά του αρσενικού προς το θηλυκό και εμποδίζει τις ετεροφυλοφικές σχέσεις.  Η διαιώνιση του ανθρώπινου είδους δε φαίνεται να αποτελεί βασική μέριμνα της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Κι αυτό αποτελεί τυπικό σύμπτωμα ενός πολιτισμού που βρίσκεται στη δύση του.
Αφετέρου, η προτεραιότητα του υποκειμενικού απέναντι στο αντικειμενικό εξουδετερώνει την πραγματικότητα των αισθήσεων και ανοίγει το δρόμο προς κάθε είδους βιασμό της φύσης ή πλαστογράφηση της πραγματικότητας. Στο αισθητικό πεδίο, χαρακτηριστική είναι η υποκατάσταση του φυσικού προτύπου από το τεχνητό, στη μόδα λ.χ., που ορίζει τα πρότυπα ένδυσης, κόμμωσης, μακιγιάζ, κλπ. (τα “καρφάκια” της εφηβικής κόμης ως ένδειξη επιθετικότητας, οι κρίκοι στη γλώσσα, στον οφαλό και όπου αλλού, τα εφιαλτικά τατουάζ, είναι ορισμένα παραδείγματα). Συνέπεια, το τερατώδες και το κακό να υποκαθιστούν το παραδοσιακό ιδεώδες του κάλλους και του αγαθού.[12]
Στον τομέα της παιδείας έχει αναληφθεί μια γιγαντιαία επιχείρηση, να ξαναγραφεί η ευρωπαϊκή ιστορία, βασικό παιδευτικό αγαθό, αφού διαμορφώνει την ιστορική συνείδηση των λαών, από τη σκοπιά της νέας τάξης πραγμάτων· το περιεχόμενο της γνώσης δεν είναι πλέον η επιστημονική  αλήθεια αλλά, προγραμματικά και απερίφραστα, τα ιδεολογήματα που εξυπηρετούν τους στόχους του συτήματος. Στο πεδίο της γλωσσικής επικοινωνίας, διαπιστώνομε μια συστηματική προσπάθεια ανατροπής του σημειωτικού και σημασιακού συστήματος της γλώσσας, με την αυθαίρετη αλλαγή του εννοιολογικού περιεχομένου λέξεων-κλειδιών, με στόχο τη δυσφήμηση αξιακών κωδίκων, που δεν ευνοούν τις επιδιώξεις της “νέας τάξης” (τέτοια η ταύτιση του πατριωτισμού με τον εθνικισμό και το ρατσισμό). Όπως έχομε εξηγήσει αλλού, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί τυπικό τεκμήριο ότι μεθοδεύεται μια παγκόσμια ανατροπή.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την υπονόμευση των αντίστοιχων θεσμών και συμβόλων, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν σημεία αναφοράς και ν’ αναδειχτούν σε πόλους συσπείρωσης και αντίστασης, κατατείνουν στη συστηματική αποδόμηση της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας – που είναι το συστατικό στοιχείο των πολιτισμών της εντοπιότητας.
Το υπόδειγμα που αντιπροτείνουν και το οποίο μαρτυρεί τη μεθοδευμένη παρέμβαση για την αποδόμηση της κοινωνίας, είναι το καινοφανές εννοιολόγημα του «πολυπολιτισμού» και οι αντίστοιχες ιδεολογικές πρακτικές, που στοχεύουν στη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, ώστε η κοινωνία να  μην μπορεί να λειτουργήσει ως συλλογικότητα και ο καθένας να μένει αυτάρεσκα εγκλωβισμένος στα όρια της ιδιώτευσης, χωρίς δυνατότητα να παρέμβει αποτελεσματικά στη δημόσια ζωή. Έτσι διαμορφώνεται, στον αντίποδα της συμμετοχικής κοινωνίας των πολιτισμών της εντοπιότητας, η σύγχρονη κοινωνία του παθητικού καταναλωτή-τηλεθεατή, που ζει μόνος δίπλα σε άλλους, χωρίς το συνεκτικό παράγοντα της κοινής πολιτισμικής ταυτότητας, αναγκαία προϋπόθεση για τη συλλογική ζωή και δράση.[13]
–  Υπήρχαν όμως τα χωριά-κοινότητες της ελληνικής υπαίθρου, η μόνη καθαρή, μη προβληματική μονάδα παραγωγής πολιτισμού που μας έχει απομείνει· και τα οποία αντιστρατεύονται, βέβαια, το μοντέλο του “πολυπολιτισμού”.  Έτσι εφευρέθηκαν τα προγράμματα “Καποδίστριας” και “Καλλικράτης”, για να εξυγιάνουν δήθεν την τοπική αυτοδιοίκηση.  Ποιά είναι πραγματικά η λογική τους; – Ο συγκεντρωτισμός των μεγάλων διοικητικών μονάδων· όσο χρειάζεται μεγάλων για να εξασφαλίζουν τη μετάλλαξη της κοινοτικής σε αστική οργάνωση· κι όσο χρειάζεται μικρών για να διασφαλίζουν τη σχέση εξάρτησης από την κεντρική εξουσία. Ο στρατηγικός στόχος που επιδιώκει το κυρίαρχο σύστημα με τις διαδοχικές επιθέσεις του ενάντια στον Κοινοτισμό (“Καποδίστριας 1, “Καποδίστριας 2”, “Καλλικράτης”) είναι εμφανής: ακύρωση της συμμετοχικής δημοκρατίας και μετασχηματισμός της σε αντιπροσωπευτική αστικού τύπου, με τους κοινοτικούς άρχοντες να μεταλλάσσονται, από εκφραστές της παραδοσιακής συλλογικότητας, σε κρίκους μιας εξωγενούς εξουσιαστικής αλυσίδας· και παράλληλα, διάλυση της κοινότητας ως αυτοδύναμης κοινωνικής και οικονομικής μονάδας, με τον έμμεσο εξαναγκασμό των χωρικών να μεταναστεύσουν στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στις υπό συγκρότηση περιφερειακές πόλεις, για να μεταβληθούν από ανεξάρτητοι μικροί παραγωγοί σε μη παραγωγικό νεοαστικό στρώμα, πολιτισμικά μετέωρο και συνεπώς χειραγωγίσιμο.  Μ’ αυτούς τους όρους, εξασφαλίζεται η ευχερής χειραγώγηση (μέσω των διεθνών ΜΜΕ) της «ανθρώπινης μάζας» από υπερεθνικά και μη θεσμοθετημένα κέντρα εξουσίας, που επιχειρούν να επιβάλουν τη νέα τάξη πραγμάτων.
Η επέμβαση στο γενετικό κώδικα των ζώων και η επιτυχής επιχείρηση «κλωνοποίησης» σε πρόβατα, είναι άλλο ένα ανάλογο φαινόμενο, που υλοποιήθηκε χάρη στην αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας και φέρνει πιο κοντά την πιθανότητα μετάλλαξης του ανθρώπινου είδους στον περίφημο «μετάνθρωπο». Δεν πρόκειται για υπόθεση επιστημονικής φαντασίας. Ο «άνθρωπος-ρομπότ» αποτελεί στην εποχή μας μια προοπτική επιστημονικά και τεχνικά εφικτή. Από τη μια, έχει επιτευχθεί η δυνατότητα παρέμβασης στο γενετικό υλικό του ανθρώπου, που ανοίγει το δρόμο για την τεχνητή αλλοίωση και «μετεξέλιξη» του ανθρώπινου είδους σε άλλο είδος, «ανώτερο» του φυσικού ανθρώπου. Από την άλλη, η ανάπτυξη της νανοτεχνολογίας έχει εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την κατασκευή στο άμεσο μέλλον ανθρωπόμορφων ρομπότ με νοημοσύνη αντίστοιχη της ανθρώπινης. Τέλος, η δυνατότητα κατασκευής «βιολογικών ρομπότ», με «συνεπαφή» ζωικών ιστών και μηχανών, μπορεί να δημιουργήσει υπεράνθρωπα όντα, ικανά ν’ αντικαταστήσουν τον άνθρωπο σε όλες του τις λειτουργίες, δραστηριότητες και ρόλους· γεγονός που – για ορισμένους – θα δώσει τέλος στην ανθρώπινη περίοδο της πλανητικής ιστορίας.[14]
Με όλα αυτά, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την «παγκοσμιοποίηση» της μιας οικονομίας, του «ελεύθερου ανταγωνισμού» και της μίας μονοκεντρικής εξουσίας, που θ’ αντικαταστήσει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία δυτικού τύπου με την ολιγαρχία των «τεχνοκρατών» και των «σοφών». Ενδεικτικό της «φενάκης» είναι ότι χρησιμοποιεί την ιδεολογία του ατομισμού και του ανταγωνισμού για να   πετύχει την ολιστική ομογενοποίηση: στο όνομα της προτεραιότητας του ατόμου έναντι της κοινωνίας και του πολιτισμού έναντι της φύσης {(άτομο vs κοινωνία) vs (κουλτούρα vs φύση)}, μεθοδεύει την εξουδετέρωση των ατόμων μέσα στην «πολτοποίηση» της μάζας και την ισοπέδωση των λαών και των πολιτισμών.
Στα συμπτώματα αυτά αναγνωρίζομε το «εκσυγχρονισμένο» μοντέλο της κουλτούρας του χρόνου, η οποία, απαλλαγμένη από τις ηθοπλαστικές προθέσεις και τις ασφαλιστικές δικλίδες των αντίστοιχων ιστορικών πολιτισμών του παρελθόντος, διακρίνεται από το άκρως ανταγωνιστικό κι επιθετικό της ήθος, την έλλειψη ανοχής προς το διαφορετικό, τη χαρακτηριστική βουλιμία της «να καταβροχθίσει» τον κόσμο. Αυτό είναι το περιεχόμενο του όρου «globalization», ευανάγνωστης μετωνυμίας του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.
Μ’ αυτούς τους όρους, είναι ζωτικής σημασίας να γνωρίζομε ότι υπάρχει πάντα ένα εναλλακτικό πρότυπο, δοκιμασμένο και αξιόπιστο. Είναι οι πολιτισμοί της εντοπιότητας, που βασίζονται στην αρχή της ισορροπίας κι επομένως τείνουν από την ίδια τους τη δομή στην εναρμόνιση των αντιθέσεων· που διατηρούν ζωντανό το σύνδεσμο με τη μάνα γη και κατά συνέπεια, το σεβασμό στη φύση και τα πλάσματά της· που θεμελιώνουν την ύπαρξή τους στην τοπική ταυτότητα και λογαριάζουν ως αυτονόητη αξία την ιδιαιτερότητα του άλλου· που βασισμένοι στο βίωμα της αυτάρκειας αποστρέφονται τον εξοντωτικό ανταγωνισμό και ρέπουν προς την ειρηνική συνύπαρξη των ατόμων και των λαών. Τέτοια είναι η δική μας πολιτισμική παράδοση· η αρχαιότερη και μακροβιότερη εκδοχή του Μεσογειακού πολιτισμικού προτύπου. Είναι ζωτικής σημασίας να τη διασώσομε, στις παρούσες συνθήκες, κάνοντάς την πράξη ζωής. Το οφείλομε στην ανθρωπότητα· το οφείλομε στον αδικαίωτο αγώνα των παιδιών του Πολυτεχνείου, που την επέτειό του γιορτάζομε σήμερα. Δε μένει εξάλλου άλλη καμιά διέξοδος. Είναι καιρός “να πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση”!

[1] Σύμφωνα με τον Claude Lévi-Strauss (1973:374-375), παρότι και σε «πρωτόγονες» κοινωνίες είναι δυνατό να συναντήσομε διάφορα πολιτιστικά στοιχεία σε θέση προτεραιότητας έναντι των φυσικών, όμως η απόλυτη προτεραιότητα του πολιτισμού απέναντι στη φύση δεν είναι σχεδόν ποτέ δεκτή έξω από το κλίμα του βιομηχανικού πολιτισμού. Πρβλ. υποσημ. 2, εδώ παρακάτω. [2] [2] Ένα ομόλογο κριτήριο, τη σχέση φύση vs πολιτισμός, για την ταξινόμηση των πολιτισμικών συστημάτων είχαμε προτείνει ως υπόθεση εργασίας στο πρώτο Πανελλήνιο Συνέδριο Σημειωτικής (Θεσσαλονίκη, 1979 = Σημειωτική και Κοινωνία, 1980: 227-232). Την πρόταση αυτή παρουσιάσαμε πιο συγκροτημένη στο Έκτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Σημειωτικής Εταιρείας (Guadalajara, Mexico, 1997), ύστερα από έρευνες μιας δεκαπενταετίας στο πεδίο της λογοτεχνίας, όπου η εγκυρότητα και λειτουργικότητα του ταξινομικού αυτού κριτηρίου επαληθεύτηκε πολλαπλά (βλ. σχετικά, Ε.Γ.Καψωμένος 1984:113-132, 1989:26-32, 1990:110-135, 1992:39-108, 1994:109-116, 1995:313-325, 1996:141-145, 210-237 κ.α.).
[3] Ο καθηγητής Olivier Revault d’ Allonnes ταυτίζει την κουλτούρα του χρόνου με τη νομαδική «ιδεολογία» και με τον Ελοχίμ, το θεό των νομάδων, που είναι ο θεός του χρόνου. Ο Γιαχβέ, σύμφωνα με τον Γάλλο μελετητή, είναι ο «εθνικοποιημένος» θεός των Ιουδαίων, που ακολουθεί τον «περιούσιο» λαό του σ’ όλες του τις περιπέτειες· αντιπροσωπεύει την αντίπαλη τάση μέσα στην εβραϊκή παράδοση, που επικράτησε στο βασίλειο της Ιουδαίας στα χρόνια του βασιλιά Σολομώντα, όταν εκείνος αποτόλμησε την αιρετική πράξη, να του χτίσει μεγαλοπρεπή ναό στην Ιερουσαλήμ και να βάλει μέσα την Κιβωτό. Βλ. αναλυτικά: O. Revault d’ Allonnes, Μουσικές: Παραλλαγές πάνω στην εβραϊκή σκέψη, μετάφρ. Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά, Παν.Τσούμας, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2005:13-19.
[4] [4] Έχει παρατηρηθεί ότι στην ιουδαϊκή παράδοση η ιστορία είναι αξεχώριστη από τη θεολογία. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων αποτελούν τη «χρονογραφία» της περιπλάνησης του λαού του Ισραήλ έως ότου βρούν και κατακτήσουν, με την καθοδήγηση του θεού, τη «Γη της Επαγγελίας». Ο Ιεχωβά είναι, μ’ αυτή την έννοια, ο θεός της ιστορίας (Κώστας Παπαϊωάννου, 1992:70).
[5] Βλ. Marcia L. Colish, 1997:XI. Georges Dumézil, 1992: 198-200. Κώστας Παπαϊωάννου, 1992. Μαρία Μαγγιώρου, 1998. Γιώργος Καραμπελιάς, 2004:23-37.
[6] Μάρτιν Χάιντεγκερ, 1973:43-45.
[7] Στις μέρες μας οι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης επιχειρούν, ανιστόρητα και με διαφανείς πολιτικές σκοπιμότητες, να συνδέσουν τον πατριωτισμό με την ίδρυση (και την επιδιωκόμενη κατάργηση) των νεότερων εθνικών κρατών.
[8] Ε.Γ. Καψωμένος 1996:327-347, 2000-2001:233-247, 2002:32-34, 129-146, 147-171, 2007:23-36.
[9] [9] Σύμφωνα με τον Fichte, που έφερε αυτή τη λογική στα όριά της, δεν υπάρχει τίποτε έξω από το Εγώ,  η πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου έχει εκμηδενιστεί, η φύση γίνεται απλό αντικείμενο αναπαράστασης για το υποκείμενο· η θέληση του ανθρώπου διαμορφώνει τον κόσμο (J.G. Fichte, The Science of Knowledge, 1982). Αντίστοιχα, ο Hegel ταυτίζει την ιστορικότητα με την υποκειμενικότητα και διακηρύσσει ότι η αυτεξούσια υποκειμενικότητα εμπεριέχει όλα όσα δηλώνουν την ιστορικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης (Hegel, System der Philosophie, 1942:44).
[10] Ο Kant συνδέει αυτή τη διαπίστωση με την κατάρρευση των μεταφυσικών βεβαιοτήτων  και την απώλεια της πίστης σε οποιαδήποτε εντελέχεια του σύμπαντος· γεγονός που αποδεσμεύει το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο δε γνωρίζει πλέον κανένα φραγμό. Κατά τον Hegel, η απορρόφηση του κόσμου μέσα στο υποκείμενο και η καταστροφή και αναδιαμόρφωση του αντικειμενικού είναι ο θρίαμβος του ανθρώπου (Hegel, Jenenser Realphilosophie I (1803-04), 1932:237). Τέλος, ο Marx θα διακηρύξει ότι μια φύση καθαρά αντικειμενική, ξένη προς το υποκείμενο, δεν υπάρχει πλέον. Η ιστορία της βιομηχανίας είναι το ανοιχτό βιβλίο των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου (Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, 1975:135).
[11] Τα φυτά που προκύπτουν από τους μεταλλαγμένους σπόρους δεν μπορούν να αναπαραχθούν, οι σπόροι τους δε φυτρώνουν. Οι αγρότες οφείλουν ν’ αγοράζουν κάθε χρόνο εκ νέου, τους σπόρους για τις καλλιέργειές τους από την ίδια πηγή.
[12] Έχομε μιλήσει αλλού γι’ αυτά. Βλ. Ε.Γ.Καψωμένος, 2002:28-32, 2003:77-94 και E.G.Kapsomenos, 2004 (υπό έκδοση Πρακτικά του Παγκόσμιου Συνεδρίου της Διεθνούς Σημειωτικής Εταιρείας, στη Λυών).
[13] [13] Βλ. E.G. Kapsomenos, 2004 και Ε.Γ.Καψωμένος, 2006. Πρβλ. την υπό έκδοση εργασία μας “Εθνικέςταυτότητες και διαπολιτισμικότητα με τους όρους της παγκοσμιοποίησης”, 7ο Εθνικό Συνέδριο Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρείας: «Διαπολιτισμικότητα, παγκοσμιοποίηση και ταυτότητες» [Πάτρα, 2004].
[14] Βλ. Eric Drexler, 1987. Eric Drexler – Chris Peterson – Gayle Pergamit, 1993. Hans P. Moravec, 1990. Hans P. Moravec, 1998. Σπύρος Μάνδρος, 2004 [www.meta.gr].  Γιώργος Καραμπελιάς, 2004: 85-123